Πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας και τις χολιγουντιανές συμβάσεις, ο Timothée Chalamet αποδεικνύει ότι η αυθεντικότητα έχει το δικό της τίμημα, το οποίο είναι διατεθειμένος να καταβάλει μέχρι τελευταίας δεκάρας.
Σε μία εποχή όπου οι περισσότεροι αστέρες του κινηματογράφου ακολουθούν την πεπατημένη οδό των προσεκτικά σχεδιασμένων προωθητικών ενεργειών, ο Timothée Chalamet επιλέγει να σπάσει τους κανόνες, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη.
Η πρόσφατη αποκάλυψή του στο Λονδίνο, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στον κινηματογράφο Prince Charles με τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο Richard Curtis, άφησε το κοινό άναυδο. Ο ηθοποιός παραδέχτηκε ότι ξόδεψε ένα εξαψήφιο ποσό από την προσωπική του περιουσία για να χρηματοδοτήσει τη μουσική του εμφάνιση στην εκπομπή «Saturday Night Live» τον Ιανουάριο του 2025, στο πλαίσιο της προώθησης της βιογραφικής ταινίας για τον Bob Dylan με τίτλο «A Complete Unknown».
«Ξόδεψα πάνω από έξι ψηφία από την τσέπη μου για να κάνω την εμφάνιση στο “SNL”», δήλωσε με ειλικρίνεια ο Chalamet, εξηγώντας ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν μία απλή παρόρμηση, αλλά μία ανάγκη να ελέγξει την καλλιτεχνική του ταυτότητα.
Η ιστορία πίσω από αυτή τη δαπάνη ξεκίνησε όταν ο ισχυρός άνδρας του «Saturday Night Live», ο Lorne Michaels, του πρότεινε να παρουσιάσει ένας επεισόδιο της εκπομπςή. Ο Timothée Chalamet, θέλοντας να ενσαρκώσει πλήρως το πνεύμα του Bob Dylan, ζήτησε να είναι και ο μουσικός καλεσμένος της βραδιάς.
Η αρχική απάντηση του Michaels ήταν ένα κοφτό «όχι». Η αντίδραση του ηθοποιού ήταν άμεση: «Εντάξει, τότε δεν το κάνω». Μπροστά στο ενδεχόμενο να χάσει έναν από τους πιο περιζήτητους καλεσμένους της σεζόν, ο Michaels υποχώρησε, λέγοντας: «Εντάξει, κάνε τη μουσική».
Ωστόσο, η νίκη του Chalamet συνοδευόταν από ένα πρακτικό πρόβλημα: το κόστος παραγωγής. Συνήθως, τα έξοδα για την μπάντα, τα σκηνικά και την προετοιμασία ενός μουσικού καλεσμένου καλύπτονται από τις δισκογραφικές εταιρείες. Στην περίπτωση του Timothée Chalamet, όμως, δεν υπήρχε δισκογραφική πίσω από την εμφάνιση, καθώς η παρουσία του ήταν μέρος της κινηματογραφικής του πορείας.
Αντί να συμβιβαστεί με μία λιτή παραγωγή, ο ηθοποιός επέλεξε να πληρώσει ο ίδιος για όλα. Το αποτέλεσμα ήταν μία σειρά από ερμηνείες που ξέφυγαν από τα αναμενόμενα. Αντί για τις μεγάλες επιτυχίες του Bob Dylan, επέλεξε το δυναμικό «Outlaw Blues» από το άλμπουμ «Bringing It All Back Home» του 1965, μία απαγγελία του ποιήματος «Three Angels» από το «New Morning» και το εμβληματικό «Tomorrow Is a Long Time» από τη συλλογή «Bob Dylan’s Greatest Hits Vol. II».
Η προσέγγιση του Chalamet στην προώθηση των ταινιών του φαίνεται να είναι εξίσου αντισυμβατική με τους ρόλους που επιλέγει. Από το να εμφανίζεται απροειδοποίητα σε διαγωνισμούς σωσιών του στη Νέα Υόρκη, μέχρι το να μετατρέπει το Sphere του Λας Βέγκας σε ένα γιγαντιαίο μπαλάκι του πινγκ-πονγκ για τις ανάγκες της ταινίας «Marty Supreme», ο 30χρονος ηθοποιός δείχνει να απολαμβάνει το παιχνίδι της δημοσιότητας με τους δικούς του όρους.
Μάλιστα, για το «Marty Supreme», έγινε ο πρώτος άνθρωπος που στάθηκε στην κορυφή του τεράστιου θόλου στο Λας Βέγκας, δημιουργώντας μία εικόνα που έγινε αμέσως θέμα συζήτησης παγκοσμίως.
Για τον ίδιο, όμως, όλες αυτές οι ενέργειες δεν είναι απλά διαφημιστικά τεχνάσματα. Με τρεις υποψηφιότητες για το Όσκαρ του Α’ Ανδρικού Ρόλου στο ενεργητικό του –για τις ταινίες «Marty Supreme», «A Complete Unknown» και το «Call Me By Your Name» που τον καθιέρωσε το 2017– ο Chalamet βλέπει αυτές τις στιγμές ως προέκταση της τέχνης του.
«Υπάρχει ο κίνδυνος να σκοτώσω κάθε μυστήριο γύρω από αυτό, αλλά πραγματικά δεν το βλέπω ως προώθηση ή μάρκετινγκ. Βλέπω τον εαυτό μου ως έναν καλλιτέχνη που επεκτείνεται», εξήγησε στον Richard Curtis. Πρόσθεσε μάλιστα ότι, ενώ κάποιες ενέργειες όπως η πρόσφατη εμφάνισή του στο Zoom είχαν στοιχεία σάτιρας, η ουσία παραμένει η προσωπική του έκφραση.
«Πολλοί άνθρωποι θέλουν να τους λένε τι να πουν, πώς να το πουν και πού να σταθούν – μιλώ για το υποκριτικό κομμάτι. Επίσης, ο κόσμος φοβάται να κάνει λάθος βήματα. Εγώ νιώθω ότι έχω τα κλειδιά, έχω τη σωστή στάση, έχω την ενέργεια», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Αυτή η «ενέργεια» είναι που τον ωθεί να αναζητά νέους τρόπους επικοινωνίας με το κοινό, αποφεύγοντας τις «δήθεν» ελίτ του χώρου. Σημείωσε μάλιστα με υπερηφάνεια ότι το «Marty Supreme» προσέλκυσε στην Αμερική ένα κοινό που δεν πηγαίνει συχνά στον κινηματογράφο, κάτι που θεωρεί το πιο σημαντικό σχόλιο για τη δουλειά του.
Κλείνοντας τη συζήτηση, ο Chalamet θέλησε να ξεκαθαρίσει ότι η στάση του δεν πηγάζει από κάποια διάθεση εντυπωσιασμού. «Η πιο επιτηδευμένη απάντηση που θα μπορούσα να σας δώσω, την οποία όμως αισθάνομαι ειλικρινά, είναι ότι όλο αυτό δεν είναι μάρκετινγκ ή προώθηση. Αυτό ακούγεται σαν τέχνασμα, και αυτό δεν είναι τέχνασμα. Αυτό βγαίνει μέσα από την καρδιά και την ψυχή μου».
Σε έναν κόσμο που μετρά την επιτυχία με νούμερα στα charts και εισπράξεις στο box office, ο Timothée Chalamet υπενθυμίζει ότι η μεγαλύτερη επένδυση παραμένει η πίστη στο όραμά σου, ακόμα κι αν το κόστος μετριέται σε εξαψήφια νούμερα.
