Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη του προβολή, η εμβληματική ταινία «Wild Style» του Charlie Ahearn επιστρέφει σε έκδοση 4K, υπενθυμίζοντάς μας την αθωότητα και την ορμή μιας εποχής που άλλαξε τον ρυθμό του πλανήτη.
Νέα Υόρκη, αρχές της δεκαετίας του 1980. Η πόλη δεν θυμίζει σε τίποτα τη σημερινή της εκδοχή. Είναι ένα τοπίο παρακμής, γεμάτο ερείπια, εγκαταλελειμμένα κτίρια και μία διάχυτη αίσθηση κινδύνου. Όμως, μέσα σε αυτό το αστικό χάος, μία νέα πνοή αρχίζει να δονεί τους δρόμους του Μπρονξ. Δεν είναι απλώς μουσική, δεν είναι απλώς χορός, δεν είναι απλώς ζωγραφική, είναι μία ολόκληρη κοσμογονία που αναζητά φωνή.
Το 1983, η ταινία «Wild Style» ήρθε να απαθανατίσει αυτή ακριβώς τη στιγμή της γέννησης. Αν και η πλοκή της είναι σχεδόν ανύπαρκτη και οι ερμηνείες των ερασιτεχνών ηθοποιών θα μπορούσαν να συγκριθούν με μία τοπική σχολική παράσταση, το έργο παραμένει μέχρι σήμερα το ιερό δισκοπότηρο της hip-hop κουλτούρας.
«Οι άνθρωποι μου λένε συνέχεια: “Ω, μου αρέσει το ντοκιμαντέρ σου – είναι ένα από τα αγαπημένα μου ντοκιμαντέρ”», εξηγεί ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Charlie Ahearn, μιλώντας στο NME μέσω βιντεοκλήσης από το σπίτι του στο Μπούκλιν.
Ο 74χρονος δημιουργός, με τα χαρακτηριστικά του γυαλιά και ένα έντονο καπέλο, χαμογελά με την παρεξήγηση. «Κι εγώ τους απαντώ: “Θεέ μου, δεν ξέρετε τι αγώνες πέρασα!”».
Η ταινία, η οποία αποκαταστάθηκε σχολαστικά σε ποιότητα 4K για τη νέα της κυκλοφορία από την Arrow Films, ακολουθεί τον Zoro, έναν νεαρό καλλιτέχνη του γκράφιτι τον οποίο υποδύεται ο θρυλικός Lee Quiñones. Η καριέρα του Zoro παίρνει μία απροσδόκητη τροπή όταν η Virginia, μία δημοσιογράφος την οποία ενσαρκώνει η Patti Astor, φτάνει στο Μπρονξ για να καλύψει τη νεοσύστατη τότε σκηνή.
Υπό την καθοδήγηση του μέντορά του, Phade –ρόλο που ανέλαβε ο πρωτοπόρος Fab Five Freddy– ο Zoro έρχεται σε επαφή με τους σοφιστικέ κύκλους της τέχνης στο Μανχάταν, οι οποίοι μαγεύονται από την ακατέργαστη ενέργεια του δρόμου.
Ωστόσο, η πραγματική δύναμη του «Wild Style» δεν βρίσκεται στις σεναριακές του ανατροπές, αλλά στην αυθεντικότητά του. Η αφήγηση λειτουργεί ουσιαστικά ως ένα πρόσχημα για να παρελάσουν μπροστά από την κάμερα οι αληθινοί πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής: ο Grandmaster Flash, οι The Fantastic Five και οι The Cold Crush Brothers.
Η ταινία κορυφώνεται με μία μεγαλειώδη συναυλία σε ένα αμφιθέατρο του Lower East Side, όπου η δημιουργικότητα ξεχειλίζει ανόθευτη, πολύ πριν η κουλτούρα αυτή κατακτήσει τον κόσμο. Το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες ήταν μέλη της πραγματικής σκηνής και όχι επαγγελματίες ηθοποιοί, είναι αυτό που κάνει πολλούς να συγχέουν την ταινία με ντοκιμαντέρ.
Παρά το γεγονός ότι διαδραματίζεται σε μία σκληρή Νέα Υόρκη και ορισμένοι χαρακτήρες φέρουν όπλα, υπάρχει μία σχεδόν συγκινητική αθωότητα στο όλο εγχείρημα. Ήταν, στην ουσία, ένα κοινοτικό έργο με πρωταγωνιστές ενθουσιώδη παιδιά της γειτονιάς.
«Αφορά σίγουρα την αθωότητα», λέει ο Charlie Ahearn, ένας γνήσιος Νεοϋορκέζος που μέχρι τότε είχε σκηνοθετήσει μόνο μία ταινία πολεμικών τεχνών σε Super 8, με τίτλο «The Deadly Art of Survival».
«Φαντάστηκα το κοινό ως εφήβους στην 42η οδό. Τις παλιές μέρες, εκεί πήγαινες για να γευτείς τη σκληράδα του δρόμου χωρίς να χρειάζεται να σταθείς σε μία επικίνδυνη γωνία στο Χάρλεμ για να αγοράσεις ναρκωτικά – κάτι που δεν ήταν η δική μου σκηνή. Η 42η οδός όμως ήταν, γιατί εκεί προβάλλονταν όλες οι ταινίες κουνγκ φου».

Εκείνη την εποχή, οι Αφροαμερικανοί και οι Πορτορικανοί έφηβοι είχαν μία παράδοξη εμμονή με τις ταινίες πολεμικών τεχνών, γεγονός που επέτρεψε στον Charlie Ahearn να βρει μία κοινή γλώσσα μαζί τους. Ο ίδιος τονίζει ότι ο Fab Five Freddy ήταν εκείνος που τον πλησίασε για να γυρίσουν την ταινία και εγγυήθηκε για εκείνον στους καλλιτέχνες της σκηνής.
«Ο Fred με αγκάλιασε και είπε: “Αυτός εδώ είναι ο Charlie Ahearn. Είναι ο παραγωγός μου και γυρίζουμε μία ταινία για τη hip-hop σκηνή”. Αυτό κράτησε μόλις ένα λεπτό. Ήταν τόσο απλό και τόσο γρήγορο», θυμάται ο σκηνοθέτης.
Η διαπολιτισμική ενέργεια της πόλης αποτυπώθηκε και στο soundtrack, την παραγωγή του οποίου συνυπέγραψε ο κιθαρίστας των Blondie, Chris Stein.
Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 1981, λίγα χρόνια μετά την έκρηξη της πανκ που είχε συγκλονίσει τη Νέα Υόρκη. Όταν ρωτάται αν αυτό το αναρχικό πνεύμα αντηχούσε και στη hip-hop, ο Charlie Ahearn είναι κατηγορηματικός: «Με τίποτα! Όχι! Εντελώς λάθος! Δεν συνέβη. Η hip-hop τρεφόταν από την ντίσκο!».
Παρά τη δήλωσή του αυτή, η Patti Astor στην ταινία θυμίζει έντονα την Debbie Harry με τα πλατινένια μαλλιά της, ενώ υπάρχουν σκηνές που ντύνονται μουσικά με το «Pretty Baby» των Blondie και το πρωτοποριακό «Rapture», που ένωνε το new wave με το rap.
Όσο για το κόστος αυτών των μουσικών επιλογών; «Τίποτα!», απαντά ο Charlie Ahearn με μία δόση ικανοποίησης. «Είμαι ο πιο τσιγκούνης άνθρωπος που προσπάθησε ποτέ να γυρίσει ταινία – και ούτως ή άλλως δεν είχα χρήματα. Ο Fred κι εγώ μαζευτήκαμε με κάποιους μουσικούς δύο εβδομάδες πριν την ταινία και φτιάξαμε έναν δίσκο με beats. Δεν πληρώσαμε κανέναν. Δεν υπήρχε τίποτα».
Στην παρατήρηση ότι θα έπρεπε τουλάχιστον να έχει πληρώσει για τα κομμάτια των Blondie, ο ίδιος βάζει το δάχτυλο στα χείλη: «Σσσς! Δεν είναι θέμα για να κομπάζουμε. Ήμασταν φίλοι – ο Chris έφτιαχνε το δικό μας soundtrack! Αναφέρουν τον Fab Five Freddy στους στίχους του “Rapture”, οπότε όλα δανεικά είναι».

Ο Charlie Ahearn γελά με τις αναφορές που θέλουν την ταινία να κόστισε 500.000 δολάρια, επιμένοντας ότι το ποσό ήταν πολύ μικρότερο. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς μία τόσο χαμηλού κόστος παραγωγή άφησε τόσο βαριά κληρονομιά.
Στο ερώτημα αν αντιμετώπισε ποτέ επικρίσεις ως ένας λευκός σκηνοθέτης που καταγράφει μία κατεξοχήν μαύρη κουλτούρα, απαντά με μία δόση αμυντικότητας: «Εννοείτε αν κάποιος με έδειξε με το δάχτυλο λέγοντας ότι εκμεταλλεύομαι ανθρώπους; Όχι. Δεν είναι μία συζήτηση που θέλω να ανοίξω δημόσια. Αν κάποιος θέλει να μου επιτεθεί, το διαδίκτυο φημίζεται για τέτοια πράγματα. Είναι ένα μη-θέμα. Αυτό που θα ήθελα είναι αυτή η συνέντευξη να αφορά το τι είναι η ταινία, όχι το ποιος είμαι εγώ».
Πράγματι, η ταινία μιλάει από μόνη της, σφύζοντας από ενσυναίσθηση και ενθουσιασμό. Δεν είναι τυχαίο ότι αποσπάσματά της έχουν χρησιμοποιηθεί ως samples από καλλιτέχνες όπως ο Nas και οι A Tribe Called Quest. Μετά την κυκλοφορία της, το «Wild Style» σημείωσε αμέσως επιτυχία στην Ιαπωνία, την Καραϊβική και τη Γερμανία, αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα του δρόμου είναι παγκόσμια.
«Είναι η αρχή μιας παγκόσμιας κουλτούρας», λέει ο Charlie Ahearn, δείχνοντας ειλικρινά υπερήφανος για το επίτευγμά του. «Ήταν η πρώτη γεύση που είχαν πολλοί άνθρωποι από αυτή την κουλτούρα. Δεν μιλάμε για ένα μικρό κοινό.
Όταν η ταινία παίχτηκε στην Times Square, οι ουρές έκαναν τον γύρο του τετραγώνου για μέρες. Δεν αφορά μόνο τους εναλλακτικούς – έχει ευρεία απήχηση. Είναι σαν μία νέα πηγή τροφής. Όταν οι άνθρωποι τη γεύονται, μιλούν γι’ αυτήν στους φίλους τους».
Το «Wild Style» δεν είναι απλώς μία ταινία για το γκράφιτι, το breakdance ή το MCing. Είναι το παλίμψηστο μιας εποχής που η τέχνη δεν ήταν εμπόρευμα, αλλά ανάγκη επιβίωσης. Μέσα από τους κόκκους του φιλμ και τους τραχείς ήχους των πικάπ, αναδύεται η εικόνα μιας Νέας Υόρκης που δεν υπάρχει πια, αλλά που κατάφερε να εξαγάγει την ομορφιά της από το τσιμέντο και να τη χαρίσει σε όλο τον κόσμο.
Σήμερα, στην εποχή της ψηφιακής τελειότητας, η επιστροφή σε αυτή την ακατέργαστη, «άγρια» αισθητική μοιάζει πιο αναγκαία από ποτέ.
