«Ο πατέρας μου ήταν πάντα απών, αυτό είναι ένα τραύμα που με συνοδεύει ακόμη», εξομολογείται ο Γιώργος Νταλάρας.
Ο Γιώργος Νταλάρας μίλησε για τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ζωής του σε μία αποκαλυπτική συνέντευξη που παραχώρησε στο ένθετο «Κ» της εφημερίδας Καθημερινής.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στα παιδικά του χρόνια, μία περίοδο που, όπως εξομολογήθηκε, σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την απουσία του πατέρα του, του λαϊκού τραγουδιστή Λουκά Νταράλα.
Αυτή η απουσία και οι δύσκολες συνθήκες που βίωσε η οικογένειά του τον οδήγησαν να αναλάβει ευθύνες δυσανάλογες για την τρυφερή του ηλικία, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα και την πορεία του.
Ο δημοφιλής καλλιτέχνης αναφέρθηκε στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειά του μετά τον χωρισμό των γονιών του και την αποστολή του αδερφού του σε ένα σχολείο στην Ελβετία, αφήνοντάς τον μόνο με τη μητέρα του στην Ελλάδα.
Αυτή η κατάσταση τον ανάγκασε να εργαστεί από πολύ νωρίς για την επιβίωση.
Όπως δήλωσε: «Μεγάλωσα με πολλές δυσκολίες. Από μικρό παιδί έπρεπε να κάνω ένα σωρό δουλειές για να επιβιώσουμε. Τον αδελφό μου τον έστειλαν σε ένα σχολείο στο εξωτερικό, στο Πεσταλότσι στην Ελβετία, για άπορα και ορφανά παιδιά κι εγώ έμεινα πίσω με τη μητέρα μου».
Η απουσία της πατρικής φιγούρας αποτέλεσε ένα κεντρικό σημείο στην αφήγησή του, περιγράφοντάς την ως ένα βίωμα που άφησε βαθιά σημάδια.
«Ο πατέρας μου, λαϊκός τραγουδιστής, ήταν πάντα απών. Αυτό είναι ένα τραύμα που με συνοδεύει ακόμη. Ανέλαβα πολλές ευθύνες σε πολύ νεαρή ηλικία. Σαν να έπρεπε να μεγαλώσω απότομα» δήλωσε ο Γιώργος Νταλάρας, υπογραμμίζοντας το βάρος που κλήθηκε να σηκώσει και την αίσθηση της απότομης ενηλικίωσης που τον συνόδευε.
Αυτό το «τραύμα», όπως το χαρακτήρισε, συνέχισε να τον επηρεάζει και στα επόμενα χρόνια της ζωής του.
Πέρα από τις δυσκολίες της παιδικής ηλικίας, ο Γιώργος Νταλάρας μίλησε και για μία άλλη, έντονη πτυχή του εαυτού του: την αγάπη του για την περιπέτεια και το ρίσκο.
Αυτή η τάση εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους, από την ταχύτητα με τη μοτοσικλέτα μέχρι τις καταδύσεις και την αναρρίχηση, δραστηριότητες που τον έχουν φέρει αντιμέτωπο με τον κίνδυνο πολλές φορές.
«Παραμένω ένας ακραία περιπετειώδης άνθρωπος. Να φανταστείτε ότι ακόμη θέλω να τρέχω με τη μοτοσικλέτα μου. Έχω κινδυνέψει πολλές φορές. Πάντα με γοήτευε η ταχύτητα. Έκανα και καταδύσεις. Έχω τρυπήσει δύο φορές τα αυτιά μου στον βυθό. Μου άρεσε και η αναρρίχηση. Έχω μείνει για ώρες κολλημένος επάνω σε βράχους. Έχω περπατήσει σε βουνά με καταιγίδα, έχω χαθεί σε δάση τη νύχτα», παραδέχθηκε.
«Έχω μία αγάπη στο ρίσκο. Αυτό είναι το ελάττωμά μου. Πιστεύω ότι θα πεθάνω είτε επάνω σε κάποια σκηνή είτε μέσα σε κάποιο στούντιο είτε πάνω σε κάποια μηχανή», πρόσθεσε, αποκαλύπτοντας μία σχεδόν μοιρολατρική αποδοχή των συνεπειών αυτής της αγάπης του για την αδρεναλίνη.
Παρ, όλα αυτά, ο Γιώργος Νταλάρας διευκρίνισε ότι δεν αντιμετωπίζει το θέμα με μακαβριότητα, αλλά με μία φιλοσοφική διάθεση αποδοχής της ανθρώπινης φύσης.
«Μην σας ακούγεται μακάβριο που μιλώ για τον θάνατο. Είναι κομμάτι της φύσης μας κι οφείλουμε να συμβιβαζόμαστε με τη φθαρτή μας φύση», τόνισε.
Αυτή η αποδοχή, ωστόσο, δεν σημαίνει παραίτηση από τα όνειρα ή την τόλμη. Αντιθέτως, φαίνεται να τον ωθεί να ζει τη ζωή στο έπακρο, συνδυάζοντας την καλλιτεχνική του ταυτότητα με την προσωπική του ανάγκη για δράση και όνειρα.
Όπως κατέληξε με νόημα: «Θα συνεχίσω, βεβαίως, να ρισκάρω ή μάλλον να ονειρεύομαι. Ο Νταλάρας θα συνεχίσει να ονειρεύεται και ο Γιώργος θα συνεχίσει να στηρίζει τον ονειροπόλο Νταλάρα».
Μέσα από αυτή τη φράση, ο Γιώργος Νταλάρας σκιαγραφεί τη διττή του υπόσταση: τον καλλιτέχνη που ονειρεύεται και τον άνθρωπο που μετουσιώνει αυτά τα όνειρα σε πράξη, ακόμα κι αν αυτό περιλαμβάνει ρίσκο, συνεχίζοντας μία πορεία ζωής που διαμορφώθηκε τόσο από τις πρώιμες δυσκολίες όσο και από μία ακατάβλητη δίψα για ζωή και δημιουργία.
