Ο φόρος τιμής των Rolling Stones στον Brian Jones που έμεινε στην ιστορία για τους λάθος λόγους.
Ας ξετυλίξουμε το κουβάρι μιας ιστορίας που φαντάζει σαν σκοτεινή παραβολή, μιας ημέρας όπου η μεγαλοπρέπεια του rock and roll συνάντησε την πιο απρόσμενη και εύθραυστη τραγωδία. Είναι η ιστορία της 5ης Ιουλίου 1969, μιας ημερομηνίας χαραγμένης όχι μόνο με τον ήχο από τις ηλεκτρικές κιθάρες, αλλά και με το σιωπηλό, μαζικό θάνατο χιλιάδων πεταλούδων, κάτω από τα πόδια των Rolling Stones.
Εκείνη η ημέρα στο Hyde Park του Λονδίνου προοριζόταν να είναι ένας θρίαμβος. Οι Rolling Stones, οι αιώνιοι επαναστάτες της rock, επέστρεφαν στη σκηνή μετά από δύο χρόνια σιωπής, έτοιμοι να προσφέρουν μία δωρεάν συναυλία, ένα δώρο στους αμέτρητους θαυμαστές τους.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη, όχι μόνο από την προσμονή της μουσικής, αλλά και από την περιέργεια για το νέο αίμα του συγκροτήματος, τον κιθαρίστα Mick Taylor, που θα έκανε το ντεμπούτο του μπροστά σε ένα κοινό που οι εκτιμήσεις τοποθετούσαν κάπου ανάμεσα στις 250.000 και τις 500.000 ψυχές.
Ήταν μία εποχή που ακόμη ανέπνεε την αισιοδοξία των λουλουδιών, λίγο πριν οι φρικιαστικές δολοφονίες της οικογένειας Manson ρίξουν τη βαριά σκιά τους, πριν το φεστιβάλ του Altamont βαφτεί με αίμα και πριν το Woodstock σημάνει το λυρικό, αλλά οριστικό, τέλος μιας ουτοπίας.
Ωστόσο, ένας προάγγελος του επερχόμενου σκότους είχε ήδη αγγίξει τους ίδιους τους Stones, μόλις σαράντα οκτώ ώρες πριν ανέβουν στη σκηνή.
Στις 3 Ιουλίου 1969, ο Brian Jones, ο ξανθός άγγελος και ιδρυτική ψυχή των Rolling Stones, ο άνθρωπος που έδωσε στο συγκρότημα τον πολυδιάστατο ήχο του στα πρώτα του βήματα, βρέθηκε νεκρός στον πυθμένα της πισίνας του. Η σχέση του με τους υπόλοιπους Stones είχε φτάσει σε σημείο χωρίς επιστροφή. Οι δαίμονες των ναρκωτικών τον είχαν κυριεύσει, η συμπεριφορά του είχε γίνει αλλοπρόσαλλη και η αποξένωσή του από την μπάντα ήταν πλέον οριστική.
Ο Mick Taylor είχε ήδη πάρει τη θέση του, καθώς ο Jones αδυνατούσε πλέον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των ζωντανών εμφανίσεων και των ηχογραφήσεων.
Η επίσημη αποπομπή του Brian Jones από το συγκρότημα είχε έρθει στις 8 Ιουνίου, κλείνοντας ένα κεφάλαιο γεμάτο μουσική ιδιοφυΐα, αλλά και δηλητηριασμένο από ζήλιες, προδοσίες και βαθιές προσωπικές συγκρούσεις. Η κατάσταση είχε γίνει ακόμη πιο τοξική όταν ο Keith Richards άρχισε δεσμό με την Anita Pallenberg, την πρώην σύντροφο του Jones, την οποία ο ίδιος ο Jones φέρεται να είχε κακοποιήσει. Ο θάνατός του βρήκε τα νερά ήδη θολά και ταραγμένα.
Παρά το σοκ και το πένθος, η απόφαση πάρθηκε: η συναυλία θα γινόταν. Η γιορτή μετατράπηκε εσπευσμένα σε έναν φόρο τιμής στον Brian Jones, μία κίνηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ευγενής, αν δεν την περιέβαλλε μία αλλόκοτη αίσθηση αμηχανίας και αντικρουόμενων συναισθημάτων.
Είναι ενδεικτικό, και ίσως αποκαλυπτικό, ότι πέντε ημέρες αργότερα, στην κηδεία του Brian Jones, μόνο ο ντράμερ Charlie Watts έδωσε το παρών από ολόκληρο το συγκρότημα. Οι υπόλοιποι απουσίαζαν. Αλλά αυτή η ψυχρότητα είναι μία άλλη, παράλληλη ιστορία θλίψης.
Η ιστορία που μας απασχολεί εδώ αφορά έναν φόρο τιμής που ναυάγησε με τρόπο σχεδόν κωμικοτραγικό, μία αποτυχία που φάνταζε μακάβρια εναρμονισμένη με τις περιστάσεις.
Οι Rolling Stones, στην προσπάθειά τους να προσδώσουν μία ποιητική διάσταση στο πένθος, συνέλαβαν μία ιδέα γεμάτη συμβολισμό. Ο Mick Jagger θα απήγγειλε στίχους από το ποίημα «Adonais» του Percy Bysshe Shelley, έναν ελεγειακό ύμνο στον πρόωρα χαμένο ποιητή John Keats, και ταυτόχρονα, χιλιάδες λευκές πεταλούδες θα απελευθερώνονταν στον αέρα του Hyde Park, σαν εύθραυστες ψυχές που πετούν προς τον ουρανό.
Η εικόνα θα ήταν αναμφίβολα συγκινητική, ένας οπτικός θρήνος για τον εκλιπόντα φίλο και συνεργάτη. Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο πεζή και σκληρή.
Ο Andrew King, ο διοργανωτής της συναυλίας, ένας άνθρωπος που έζησε από πρώτο χέρι το χάος των παρασκηνίων, θυμάται με ανατριχιαστική σαφήνεια τα γεγονότα, όπως τα διηγήθηκε χρόνια αργότερα στο περιοδικό Uncut.
«Ο Jagger επρόκειτο να απελευθερώσει αυτές τις λευκές πεταλούδες. Έπρεπε να συνεννοηθώ με ένα εκτροφείο πεταλούδων στη Δυτική Αγγλία και με τους ανθρώπους του πάρκου, που ανησυχούσαν μήπως το λάθος είδος πεταλούδας διαταράξει το οικοσύστημα του πάρκου», ανέφερε, περιγράφοντας τις αρχικές προετοιμασίες και τις γραφειοκρατικές ανησυχίες που τώρα φαντάζουν ειρωνικές.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν ήταν οικολογικό, αλλά πρακτικό και οδυνηρό. Οι πεταλούδες είχαν παραδοθεί σε κουτιά, όπου παρέμειναν για ώρες, εκτεθειμένες πιθανώς στο ψύχος ή στην έλλειψη αέρα.
«Έριξα μία ματιά μέσα και, απ’ όσο μπορούσα να δω, ήταν γεμάτο νεκρές πεταλούδες», θυμάται ο King τη στιγμή της φρικτής διαπίστωσης. Ο πανικός τον κυρίευσε. Η ποιητική χειρονομία κινδύνευε να μετατραπεί σε φάρσα. «Πήρα τηλέφωνο το εκτροφείο πεταλούδων και τους είπα, “Είναι νεκρές!” Και μου απάντησαν, “Δεν είναι νεκρές, είναι κρύες, κοιμούνται, πρέπει να τις ζεστάνετε.”»
Και έτσι, ξεκίνησε μία σουρεαλιστική επιχείρηση διάσωσης στα παρασκήνια, ενώ οι ήχοι των Rolling Stones δονούσαν το πάρκο.
Ο Andrew King, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να «ξυπνήσει» τα έντομα, επιστράτευσε πρωτόγονα μέσα. Τοποθέτησε τα κουτιά με τις πεταλούδες πάνω σε ηλεκτρικές εστίες, «από αυτές που χρησιμοποιούν οι φοιτητές για να ζεστάνουν φασόλια», όπως περιέγραψε γλαφυρά ο ίδιος.
Η τραγική ειρωνεία χτύπησε ξανά: μία από τις εστίες υπερθερμάνθηκε και πήρε φωτιά, προκαλώντας τις πρώτες απώλειες σε αυτή την παράδοξη, ακούσια σφαγή.
Τελικά, έφτασε η στιγμή της αλήθειας. Ο Mick Jagger, ντυμένος με ένα λευκό, αέρινο φόρεμα που αργότερα θα γινόταν σύμβολο της συναυλίας, στάθηκε μπροστά στο μικρόφωνο. Διάβασε τους στίχους του Shelley με τη δέουσα συγκίνηση και έπειτα, με μία κίνηση γεμάτη προσδοκία, άνοιξε τα κουτιά. Το θέαμα ήταν αποκαρδιωτικό.
«Όταν ο Mick άνοιξε τα κουτιά, μερικές πέταξαν, αλλά οι περισσότερες έπεσαν αναίσθητες στη σκηνή», αφηγείται ο King. Η εικόνα των χιλιάδων λευκών εντόμων να πέφτουν άψυχα ή ζαλισμένα στα σανίδια της σκηνής ήταν από μόνη της θλιβερή.
Αλλά το μαρτύριο των πεταλούδων δεν είχε τελειώσει εκεί. Η τελική πράξη αυτής της μικρής τραγωδίας ήταν ακόμη πιο ζοφερή. Όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο King, διαλύοντας κάθε υπόνοια ότι οι πεταλούδες είχαν απλώς υποκύψει στο κρύο ή την ασφυξία μέσα στα κουτιά: «Δεν ήταν νεκρές, ήταν κρύες. Πέθαναν μόνο όταν τις πάτησαν.»
Ναι, οι λιγοστές πεταλούδες που επέζησαν της φωτιάς και της πτώσης, βρήκαν τον θάνατο κάτω από τις μπότες των μελών του συγκροτήματος και του τεχνικού προσωπικού, καθώς κινούνταν πάνω στη σκηνή κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
Έτσι, η μεγαλόπνοη προσπάθεια των Rolling Stones να υφάνουν έναν ποιητικό επικήδειο για τον Brian Jones μετατράπηκε σε μία μακάβρια παράσταση, με τα εύθραυστα λευκά φτερά να συνθλίβονται άδοξα στο σανίδι, μπροστά στα μάτια εκατοντάδων χιλιάδων θεατών που, πιθανότατα, αγνοούσαν τη φρίκη που εκτυλισσόταν σε μικροκλίμακα μπροστά τους.
Ήταν μία αποτυχία τόσο θεαματική, όσο και συμβολική. Με έναν παράξενο, σκοτεινό τρόπο, αντανακλούσε το ίδιο το πνεύμα της εποχής: μία εποχή όπου τα όνειρα της αθωότητας, της ελευθερίας και της αγάπης άρχιζαν να ξεθωριάζουν, όχι με μία εκκωφαντική έκρηξη, αλλά με έναν αργό, θλιβερό, σχεδόν αδιόρατο θάνατο, ποδοπατημένα από τις ίδιες τις φιγούρες που υποτίθεται ότι τα ενσάρκωναν.
Η ημέρα που οι Rolling Stones σκότωσαν, άθελά τους, χιλιάδες πεταλούδες, δεν καταγράφηκε στην ιστορία απλώς ως μία κακόγουστη ή ατυχής στιγμή. Έγινε μία ζωντανή, ανατριχιαστική αλληγορία για το τέλος μιας ψευδαίσθησης.
Μια οδυνηρή υπενθύμιση ότι ακόμη και οι πιο όμορφες προθέσεις μπορούν να συντριβούν υπό το βάρος της πραγματικότητας, της ενοχής, του πένθους και του χάους που συχνά συνοδεύουν τη δόξα. Και οι πεταλούδες του Hyde Park, τα πιο αθώα πλάσματα σε εκείνο το τεράστιο πλήθος, έγιναν τα σιωπηλά, τραγικά θύματα μιας εποχής που έσβηνε, αφήνοντας πίσω της τη γλυκόπικρη γεύση ενός ονείρου που ποδοπατήθηκε.
