Η δημιουργική διαδρομή του Bruce Springsteen από το λιτό «Nebraska» στη μεγαλειώδη επιτυχία που δεν σχεδίασε ποτέ.
Σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το «Born In The U.S.A.» παραμένει ένας από τους πιο εμβληματικούς δίσκους στην ιστορία της rocck μουσικής. Ένα άλμπουμ που καθόρισε μία ολόκληρη εποχή και εκτόξευσε τον Bruce Springsteen στην κορυφή του παγκόσμιου στερεώματος.
Κι όμως, ο ίδιος ο δημιουργός του αποκαλύπτει σήμερα ότι το τελικό αποτέλεσμα δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε στο μυαλό του.
Σε μία αποκαλυπτική συνέντευξη που παραχώρησε στο περιοδικό Rolling Stone, ο 75χρονος θρύλος της μουσικής μίλησε με μία σπάνια ειλικρίνεια τις αμφιβολίες που τον σημάδεψαν κατά τη δημιουργία του άλμπουμ του 1984.
Η αφορμή για αυτή την αναδρομή στο παρελθόν είναι η επερχόμενη κυκλοφορία της συλλογής του «Tracks II: The Lost Albums» στις 27 Ιουνίου, η οποία περιλαμβάνει ακυκλοφόρητο υλικό που ηχογραφήθηκε από το 1983 έως το 2018.
Η ρίζα της καλλιτεχνικής ανησυχίας τους βρισκόταν στη χρονική περίοδο ανάμεσα σε δύο καθοριστικούς δίσκους του: το σκοτεινό, ακουστικό και απόλυτα προσωπικό «Nebraska» του 1982 και το εκρηκτικό «Born In The U.S.A.».
Όπως αποκάλυψε, στο ενδιάμεσο διάστημα είχε ηχογραφήσει έναν ολόκληρο, διαφορετικό δίσκο, γεγονός που έκανε την επιλογή των τραγουδιών για το «Born In The U.S.A.» μία ιδιαίτερα περίπλοκη διαδικασία.
«Απόλαυσα την ηχογράφηση και την εμπειρία του “Nebraska” και σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να συνεχίσω σε αυτό το ύφος, με ένα μικρό ρυθμικό σχήμα, παραμένοντας πολύ lo-fi, και με μία νέα ομάδα τραγουδιών», εξομολογήθηκε ο Springsteen.
«Εκείνη την εποχή, δεν ήμουν σίγουρος για το πού πήγαινα με το “Born In The U.S.A.”. Είχα τον μισό δίσκο, αλλά δεν είχα τον άλλο μισό. Και έτσι, ήταν απλώς ένας δίσκος που συνέβη ανάμεσα σε αυτούς τους δύο άλλους δίσκους», σημείωσε.
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση ήταν τόσο έντονη που, όπως παραδέχεται τώρα, δεν ήταν ευχαριστημένος με το άλμπουμ όταν κυκλοφόρησε. Στις σημειώσεις του για τον δίσκο, άφηνε ήδη υπόνοιες για την αποστασιοποίησή του από το τελικό ηχητικό αποτέλεσμα.
«Ήταν ένας δίσκος που έβγαλα. Έγινε ο δίσκος που έκανα, όχι απαραίτητα ο δίσκος που με ενδιέφερε να κάνω. Με ενδιέφερε να πάρω το “Nebraska” και να φτιάξω έναν πλήρη δίσκο που θα είχε κάπως την ίδια αίσθηση», εξήγησε με ειλικρίνεια.
Μπαίνοντας βαθύτερα στην αρχιτεκτονική του άλμπουμ, ο Springsteen έδωσε μία εικόνα για το πώς οραματιζόταν τη δομή του.
«Αν ακούσετε το “My Hometown” και το “Born In The U.S.A.”, αυτά ήταν κατά κάποιο τρόπο τα δύο άκρα που είχα σκοπό να έχει. Και τα υπόλοιπα κομμάτια ήταν… απλώς ό,τι είχα εκείνη τη στιγμή. Αυτά ήταν τα τραγούδια που έγραψα. Αυτά ήταν τα τραγούδια που ηχογράφησα», ανέφερε.
Τελικά, η εμπειρία του με το «Born In The U.S.A.» αποτελεί ένα μάθημα για την ίδια τη φύση της δημιουργικότητας, όπως ο ίδιος κατέληξε.
«Από τη σύλληψη μέχρι την εκτέλεση, δεν ήταν απαραίτητα ο δίσκος που είχα σχεδιάσει στο μυαλό μου, αλλά έτσι λειτουργεί η δημιουργικότητα. Μπαίνεις στο στούντιο, έχεις μία ιδέα. Δεν είναι απαραίτητα αυτό με το οποίο βγαίνεις. Αυτή ήταν, λοιπόν, η κατάσταση αυτού του δίσκου για εμένα προσωπικά».
Ίσως, όπως πρόσθεσε, να αναζητούσε κάτι «πιο σκοτεινό», κάτι που να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με την ατμόσφαιρα του «Nebraska».
Παρά τις προσωπικές του επιφυλάξεις, το «Born In The U.S.A.» προτάθηκε για το βραβείο του Άλμπουμ της Χρονιάς στα Βραβεία Grammy και μετατράπηκε σε πολιτιστικό ορόσημο.
Οι πιο pop ενορχηστρώσεις του, συνδυασμένες με τα γνώριμα, τραχιά φωνητικά του Springsteen, έφεραν τη heartland rock σε ένα ευρύτερο, παγκόσμιο κοινό.
Εν τω μεταξύ, η ιστορία πίσω από το αγαπημένο του καλλιτεχνικό παιδί, το «Nebraska», πρόκειται να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη με την ταινία «Springsteen: Deliver Me from Nowhere», όπου ο Jeremy Allen White, ο πρωταγωνιστής της σειράς «The Bear», θα ενσαρκώσει τον νεαρό Bruce Springsteen. Η ταινία αναμένεται στις αίθουσες τον Οκτώβριο.
Τελικά, η ιστορία του «Born In The U.S.A.» είναι η απόδειξη ότι η τέχνη συχνά έχει τα δικά της σχέδια. Ένας δίσκος που γεννήθηκε μέσα από την αμφιβολία και την καλλιτεχνική απόκλιση, κατέληξε να γίνει ένα από τα πιο αγαπημένα και αναγνωρίσιμα έργα του 20ού αιώνα.
Ίσως αυτή η αποκάλυψη να προσφέρει μία νέα οπτική γωνία, κάνοντας την ακρόαση αυτών των κλασικών τραγουδιών μία ακόμα πιο πλούσια και πολυδιάστατη εμπειρία.
