Η Victoria Beckham αποκαλύπτει πώς ο πόνος της παιδικής ηλικίας, η δυσλεξία και η δυσαριθμησία, τη «θωράκισαν» για την ανελέητη κριτική των media.
Πριν το όνομά της γίνει συνώνυμο της κομψότητας και της παγκόσμιας επιτυχίας, η Victoria Beckham ήταν ένα παιδί που γελοιοποιούνταν απλώς και μόνο επειδή ήταν ο εαυτός του.
Σε μία σπάνια, αφιλτράριστη συνέντευξη που παραχώρησε στην Alex Cooper και το podcast «Call Her Daddy», η 51χρονη σχεδιάστρια μόδας και επιχειρηματίας, αλλά και πρώην μέλος των Spice Girls, άνοιξε την καρδιά της, μιλώντας για τον συναισθηματικό και σωματικό εκφοβισμό που υπέστη στα νεανικά της χρόνια.
«Θυμάμαι να στέκομαι στην παιδική χαρά, κυριολεκτικά ολομόναχη, και τα άλλα παιδιά απλώς να μαζεύουν κουτάκια από Coca-Cola μέσα από λακκούβες με νερό και να μου τα πετάνε», εξήγησε. «Δεχόμουν σωματικό και ψυχολογικό εκφοβισμό στο σχολείο, και τότε δεν μιλούσαμε για την ψυχική υγεία όπως κάνουμε σήμερα, οπότε απλώς εσωτερίκευσα όλο αυτό. Με έκανε όλο και πιο ντροπαλή».
Η Victoria Beckham θυμήθηκε τον εαυτό της ως μία «αμήχανη» έφηβη που «δεν ταίριαζε κοινωνικά, γιατί όταν όλα τα άλλα παιδιά μετά το σχολείο κάπνιζαν και έκαναν παρέα, εγώ πήγαινα σε μαθήματα χορού ή σε μαθήματα υποκριτικής».
Όπως αποκάλυψε, ακόμη και οι ενήλικες στη ζωή της συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο όπως οι συνομήλικοί της: «Θυμάμαι σε πολύ μικρή ηλικία, ένας φίλος της οικογένειας να λέει στη μητέρα μου ότι ήμουν μελαγχολική. Αυτό είναι κάτι αρκετά σκληρό να το πεις σε ένα παιδί. Όταν κατάλαβα τι σήμαινε, με επηρέασε πραγματικά. Με έκανε πάρα, πάρα πολύ ανασφαλή».
Οι μαθητικές επιδόσεις της ήταν ένα άλλο πεδίο μάχης. «Αντιμετώπιζα τεράστιες μαθητικές δυσκολίες», ανέφερε. «Έχω διαγνωστεί μόνη μου με δυσλεξία. Πάσχω από δυσαριθμησία. Όλα αυτά τα πράγματα δεν αναγνωρίζονταν όταν ήμουν παιδί. Απλώς με αποκαλούσαν “χαζή”».
Η δυσαριθμησία είναι μία μαθησιακή διαταραχή που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις μαθηματικές έννοιες που βασίζονται σε αριθμούς, παρόμοια με τον τρόπο που η πιο γνωστή δυσλεξία επηρεάζει την ανάγνωση.
Οι ανασφάλειές της δεν σταματούσαν εκεί. Η εμφάνισή της ήταν μία διαρκής πηγή άγχους. «Όταν είσαι νεότερος, οι ορμόνες σου είναι παντού. Το σώμα σου αλλάζει.Είχα απαίσιο δέρμα. Είχα φρικτή, φρικτή ακμή. Είχα πολύ άτονα μαλλιά», είπε.
«Επιπλέον, όταν ήμουν έφηβη, διαγνώστηκα με πολυκυστικές ωοθήκες, που ήταν απλώς ένα ακόμη εμπόδιο, γιατί αυτό μπορεί να επηρεάσει το δέρμα σου, μπορεί να επηρεάσει το σώμα σου. Μου είπαν ότι πιθανόν να δυσκολευόμουν να μείνω έγκυος και να κάνω παιδιά. Όταν είσαι έφηβος, αυτά τα στοιχεία είναι δύσκολο να τα χωνέψεις», πρόσθεσε.
Παρόλο που η Beckham τόνισε ότι είχε «υποστηρικτικούς γονείς», ένιωθε «ντροπή και αμηχανία» για να μιλήσει για την παρενόχληση που βίωνε. «Δεν το είπα σε κανέναν… ολόκληρη η σχολική μου ζωή ήταν άθλια».
Η χλεύη συνεχίστηκε και όταν πήγε στο κολέγιο, όπου της έλεγαν ότι δεν ήταν «αρκετά καλή» ή «πολύ χοντρή για να είναι καν στη σκηνή». Αυτή η συνεχής κριτική, όμως, λειτούργησε σαν ασπίδα. Την ανάγκασε να αναπτύξει ένα «σκληρό πετσί», το οποίο τελικά χρησιμοποίησε για να προστατευτεί από τον «δημόσιο εκφοβισμό» των media. «Νομίζω ότι με σκλήρυνε και με προετοίμασε για ό,τι θα ερχόταν μετά», είπε.
Στο νέο ντοκιμαντέρ της στο Netflix, που κυκλοφόρησε στις 9 Οκτωβρίου, η Beckham μιλά ανοιχτά για το πώς η επεμβατική κριτική των μέσων ενημέρωσης την οδήγησε σε μία διατροφική διαταραχή. Σε ένα επεισόδιο, περιγράφει με λεπτομέρειες τα σχόλια που γίνονταν για τη σιλουέτα της στην εθνική τηλεόραση μετά τη γέννηση του μεγαλύτερου γιου της, Brooklyn.
«“Ανέβα σε αυτή τη ζυγαριά”… “Έχασες τα κιλά;”. Γελάμε γι’ αυτό και αστειευόμαστε όταν είμαστε στην τηλεόραση, αλλά ήμουν πραγματικά, πραγματικά νέα και αυτό πονάει», θυμάται. «Άρχισα πραγματικά να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου και να μη μου αρέσω, γιατί το άφησα να με επηρεάσει. Δεν ήξερα τι έβλεπα όταν κοιτούσα στον καθρέφτη. Χάνεις κάθε αίσθηση της πραγματικότητας. Υπήρξα τα πάντα, από “Porky Posh” (Γουρούνα Posh) μέχρι “Skinny Posh” (Κοκαλιάρα Posh)».
Μιλώντας στην Cooper, η Beckham αποκάλυψε ότι αυτή η εμπειρία ήταν κάτι για το οποίο ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής με την κόρη της και μικρότερο παιδί της, την 14χρονη Harper Seven.
«Έχει δει προφανώς το ντοκιμαντέρ. Και τα μικρά κορίτσια εξακολουθούν να έχουν εμμονή με το φαγητό. Είναι ακόμα μία μεγάλη συζήτηση στο σχολείο. Της μίλησα γιατί δεν είχα δει το τελικό μοντάζ μέχρι την πρεμιέρα… Σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να είχε μείνει μέσα, γιατί προφανώς ήξερα ότι είχα μιλήσει γι’ αυτό. Κι έτσι, απλώς αφιέρωσα λίγο χρόνο μιλώντας της γι’ αυτό, ώστε να μπορέσει να καταλάβει», εξήγησε.
Η ιστορία της Victoria Beckham, όπως την ξεδιπλώνει χωρίς φίλτρα, μοιάζει με έναν καθρέφτη της εποχής: τα όνειρα μπορούν να ανθίσουν δίπλα στον πόνο, και η δύναμη συχνά γεννιέται μέσα από πληγές που δεν φαίνονται.
Η παιδική της μοναξιά, η δυσλεξία και η δυσαριθμησία, ο σκληρός εκφοβισμός και η αμείλικτη κρίση των media, όλα συνθέτουν ένα παρελθόν που θα μπορούσε να είχε την καταβροχθίσει. Αντί γι’ αυτό, όπως φαίνεται, τής χάρισε ένα είδος ατσάλινης ευαισθησίας: την ικανότητα να αποδέχεται τη δική της ατέλεια, χωρίς να χάνει την αυτοπεποίθηση που της επιτρέπει να προχωρά.
Σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να φλερτάρει επικίνδυνα με την τοξικότητα της τελειότητας, η φωνή της αποκτά ξεχωριστή σημασία. Δεν είναι απλώς μία διάσημη σχεδιάστρια, πρώην «Spice Girl» και fashion icon. Είναι μία γυναίκα που παλεύει – όπως πολλές – με τα φαντάσματα του παρελθόντος και με τις απαιτήσεις ενός κοινού που, συχνά, αντιμετωπίζει τους ανθρώπους της δημοσιότητας σαν να μην έχουν ψυχή.
Η ειλικρίνειά της, μπροστά στις κόρες και τους γιους που μεγαλώνουν σε μία εποχή ακόμη πιο αμείλικτη, μοιάζει με πρόσκληση στην ενσυναίσθηση: να μάθουμε να βλέπουμε πίσω από τις εικόνες, πίσω από τις ταμπέλες, πίσω από τα χαμόγελα.
Όπως λέει και η ίδια, τίποτα δεν εξαφανίζεται μαγικά. Οι ανασφάλειες δεν σβήνουν απλώς με την επιτυχία. Μαθαίνεις να τις κουβαλάς. Να τις μετατρέπεις σε κάτι που σε στηρίζει αντί να σε γκρεμίζει. Και σε αυτή τη μεταμόρφωση βρίσκεται η πραγματική ακμή της Victoria Beckham: όχι στα εξώφυλλα, αλλά στην επιμονή της να υπερασπιστεί τον εαυτό της και να μιλήσει για όλα αυτά που κάποτε θα την έκαναν να σωπάσει.
Ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία του δικού της μηνύματος. Ότι κάθε παιδί που στέκεται μόνο του στην άκρη της αυλής, κάθε έφηβος που δεν νιώθει πως χωράει πουθενά, κάθε ενήλικας που μάχεται με τις εσωτερικές του φωνές, μπορεί να γνωρίζει πως υπάρχει δρόμος μπροστά. Και πως η ίδια η μετάβαση, με όλη της τη δυσκολία, είναι αυτό που μας κάνει πιο ανθεκτικούς και βαθιά ανθρώπινους.
