Στα απομνημονεύματά του, «Last Rites», ο Ozzy Osbourne αναβιώνει τη σκοτεινότερη στιγμή του, ζητώντας συγχώρεση για μία πράξη που καθόρισε τη ζωή και τον γάμο του με τη σύζυγό του Sharon Osbourne.
Υπάρχουν εξομολογήσεις που γίνονται ψιθυριστά σε κλειστές πόρτες και υπάρχουν κι εκείνες που γράφονται για να μείνουν για πάντα, σαν μία τελευταία, αμετάκλητη πράξη απολογισμού. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η ανατριχιαστική αφήγηση του Ozzy Osbourne στα μεταθανάτια απομνημονεύματά του, «Last Rites», που κυκλοφόρησαν τον Οκτώβριο.
Μέσα από τις σελίδες που ολοκληρώθηκαν λίγο πριν τον θάνατό του, ο Πρίγκιπας του Σκότους δεν αναλώνεται απλώς σε ιστορίες δόξας και παρακμής. Βουτά στα πιο σκοτεινά νερά της ύπαρξής του, αναβιώνοντας τη νύχτα του Σεπτεμβρίου του 1989, τη νύχτα που, βυθισμένος σε ένα τοξικό κοκτέιλ αλκοόλ και ναρκωτικών, προσπάθησε να δολοφονήσει τη σύζυγό του, Sharon.
Η μία και μοναδική του λύπη, όπως γράφει, ήταν εκείνη η νύχτα. Η αφήγησή του είναι ωμή, αφιλτράριστη, σχεδόν κινηματογραφική. Ο Osbourne περιγράφει μία κατάσταση εκτός ελέγχου, τροφοδοτούμενη από βότκα και θρυμματισμένα παυσίπονα.
«Ήταν υπερβολικό. Είχα ξεπεράσει τα όρια. Είχα χάσει τον έλεγχο», γράφει. Οι εντάσεις με τη Sharon, οι «συνηθισμένες μαλακίες» για την πίεση της ζωής εν μέσω περιοδειών, κλιμακώθηκαν σε κάτι τερατώδες. «Δεν πιστεύω σε έναν διάβολο με ουρά και μικρά κόκκινα κέρατα, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ήταν μαζί μου εκείνο το βράδυ», εξομολογείται.
Η επόμενη ανάμνηση του Ozzy Osbourne είναι αποσπασματική και τρομακτική: το κρύο πάτωμα ενός κελιού στο αστυνομικό τμήμα του Amersham και το χειρότερο hangover της ζωής του. Ένας αστυνομικός του ανακοινώνει τον λόγο της κράτησής του: απόπειρα δολοφονίας.
«Η πρώτη μου σκέψη ήταν: “Γαμώτο, πρέπει να οδήγησα μεθυσμένος”», θυμάται. Η απάντηση του αστυνομικού ήταν ένας κεραυνός: «Όχι. Προσπάθησες να σκοτώσεις τη γυναίκα σου». Η πραγματικότητα κατέρρευσε. «Ήταν σαν κακό όνειρο… “Ίσως είμαι πραγματικά τρελός”, θυμάμαι να σκέφτομαι».
Αυτό που ακολούθησε ήταν μία πορεία προς την εξιλέωση. Ο Osbourne αφέθηκε ελεύθερος με τον όρο να μπει σε κέντρο αποτοξίνωσης, όπου και παρέμεινε για έξι μήνες. Για πέντε από αυτούς τους μήνες, η Sharon κράτησε μία εκκωφαντική σιωπή.
Όταν τελικά εμφανίστηκε, ήταν για να του ανακοινώσει ότι απέσυρε τις κατηγορίες. Η λογική της ήταν ταυτόχρονα μία πράξη πίστης και μία αυστηρή προειδοποίηση. «Είπε ότι δεν πίστευε ότι η νηφάλια εκδοχή μου ήταν ικανή για φόνο. Αλλά δεν ήθελε ποτέ ξανά να δει τον Ozzy από τον κόσμο του μεθυσμένου», γράφει.
Αυτή η δεύτερη ευκαιρία έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος της υπόλοιπης ζωής του. Ένα χρόνο αργότερα, στο διαμέρισμα του φίλου του Lemmy Kilmister των Motörhead, η συνειδητοποίηση του τι είχε διακινδυνεύσει και τι του είχε δοθεί πίσω, μετουσιώθηκε σε μουσική.
«Στεκόμουν… με δάκρυα να τρέχουν στο πρόσωπό μου, καθώς διάβαζα τους στίχους του για το “Mama, I’m Coming Home”», αναφέρει. Και τότε, μέσα από τις σελίδες του τελευταίου του βιβλίου, απευθύνει την πιο σημαντική του συγγνώμη: «Sharon, λυπάμαι. Και σε ευχαριστώ που μου έδωσες άλλη μία ευκαιρία όταν σχεδόν οποιοσδήποτε άλλος θα είχε φύγει».
Η προοπτική της Sharon, όπως αποτυπώθηκε στο ντοκιμαντέρ «Biography: The Nine Lives of Ozzy Osbourne» του 2020, επιβεβαιώνει το μέγεθος του τρόμου. «Ήταν ίσως η πιο τρομακτική στιγμή που έχω ζήσει ποτέ», είπε, προσθέτοντας όμως ότι ο Ozzy «τρόμαξε τον εαυτό του». Αυτός ο φόβος φαίνεται πως λειτούργησε ως καταλύτης.
Το «Last Rites» δεν αφορά απλώς την εξιστόρηση μίας σκοτεινής νύχτας. Καλύπτει τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του θρύλου, τις μάχες του με την υγεία του και τον απεγνωσμένο αγώνα του να ανέβει στη σκηνή για μία τελευταία υπόκλιση στη γενέτειρά του, το Μπέρμιγχαμ. Ο Ozzy Osbourne, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 22 Ιουλίου σε ηλικία 76 ετών, αφήνοντας πίσω τη Sharon και τα παιδιά τους, χρησιμοποίησε την τελευταία του πνοή για να καταγράψει την αλήθεια του.
Σε μία ζωή που ορίστηκε από την υπερβολή, τον θόρυβο και τη θεατρικότητα του Πρίγκιπα του Σκότους, η πιο δυνατή και ειλικρινής του στιγμή ίσως να είναι αυτή η σιωπηλή εξομολόγηση. Δεν είναι απλώς η ιστορία ενός εγκλήματος πάθους, αλλά μία βαθιά ανθρώπινη αφήγηση για την πτώση, τη συγχώρεση και την εύθραυστη φύση της αγάπης που, ενάντια σε κάθε λογική, κατάφερε να επιβιώσει ακόμα και από την πιο σκοτεινή νύχτα.
