Η τετραλογία του Sam Mendes για τους Beatles γεμίζει με πρόσωπα από τον στενό κύκλο τους – από την Θεία Mimi και τον πατέρα του Paul McCartney μέχρι τους roadies, τους μάνατζερ και τον παραγωγό George Martin.
Η κινηματογραφική τετραλογία του Sam Mendes για τους Beatles αρχίζει να αποκτά σάρκα και οστά – και κυρίως πρόσωπα. Όχι μόνο τα τέσσερα εμβληματικά μέλη του συγκροτήματος, αλλά και όλοι εκείνοι που κινούνταν γύρω τους: οικογένεια, μάνατζερ, τεχνικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι του παρασκηνίου που διαμόρφωσαν, στήριξαν ή αμφισβήτησαν το πιο επιδραστικό συγκρότημα του 20ού αιώνα.
Το μεγαλεπήβολο εγχείρημα, με τίτλο «The Beatles — A Four-Film Cinematic Event», αποτελεί συμπαραγωγή της Sony και της εταιρείας Neal Street Productions του Sam Mendes, βρίσκεται ήδη σε παραγωγή και αναμένεται να βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες παγκοσμίως τον Απρίλιο του 2028. Οι τέσσερις ταινίες θα αφηγούνται την ιστορία των Beatles από τη διακριτή οπτική γωνία κάθε μέλους του συγκροτήματος, επιχειρώντας μία πολυφωνική, εσωτερική ανάγνωση του μύθου.
Στον πρωταγωνιστικό πυρήνα, ο Paul Mescal υποδύεται τον Paul McCartney, ο Harris Dickinson τον John Lennon, ο Barry Keoghan τον Ringo Starr και ο Joseph Quinn τον George Harrison. Στο πλευρό τους βρίσκονται οι Saoirse Ronan ως Linda McCartney, η Anna Sawai ως Yoko Ono, η Aimee Lou Wood ως Pattie Boyd και η Mia McKenna-Bruce ως Maureen Starkey, σκιαγραφώντας τις γυναίκες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της προσωπικής τους ζωής, συχνά την ίδια στιγμή που ο δημόσιος μύθος γιγαντωνόταν.
Το νέο κύμα ανακοινώσεων, όμως, στρέφει τον φακό στον στενό, συχνά αθέατο κύκλο γύρω από τους Beatles. Ο David Morrissey αναλαμβάνει τον ρόλο του πατέρα του Paul McCartney, Jim McCartney – ο οποίος, αν και δεν βρίσκεται στο προσκήνιο της μουσικής ιστορίας, υπήρξε καθοριστική στη διαμόρφωση του Paul ως ανθρώπου και μουσικού. Στον αντίποδα, στο στρατόπεδο του Lennon, η Leanne Best ενσαρκώνει την εμβληματική θεία του, τη Θεία Mimi – μία επιλογή με ενδιαφέρουσα ειρωνεία, καθώς η ηθοποιός είναι ανιψιά του Pete Best, του πρώτου ντράμερ των Beatles.
Η βιογραφική λεπτομέρεια αυτή δεν είναι απλώς ένα ευφάνταστο trivia. Ο Pete Best υπήρξε ο αρχικός ντράμερ του συγκροτήματος από το 1960 έως το 1962, πριν απομακρυνθεί και αντικατασταθεί από τον Ringo Starr – μία από τις πιο πολυσυζητημένες και συναισθηματικά φορτισμένες αλλαγές στη διαδρομή του συγκροτήματος. Το γεγονός ότι η ανιψιά του θα ενσαρκώσει τη γυναίκα που ουσιαστικά μεγάλωσε τον Lennon προσθέτει μία ακόμη στρώση στην αφήγηση της ταινίας, έστω και σε συμβολικό επίπεδο. Μέχρι στιγμής, δεν έχει ανακοινωθεί ποιος ηθοποιός θα υποδυθεί τον ίδιο τον Pete Best.
Η Θεία Mimi, κατά κόσμον Mary Elizabeth Smith, ήταν ο άνθρωπος που ανέλαβε να μεγαλώσει τον Lennon, όταν ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια και η μητέρα του, Julia, έφυγε για να ζήσει με έναν άλλον άντρα. Αν και ο Lennon επανασυνδέθηκε αργότερα με τη Julia, η Mimi συνέχισε να έχει τη φροντίδα του, ακόμη και μετά τον τραγικό θάνατο της μητέρας του σε τροχαίο δυστύχημα, όταν εκείνος ήταν έφηβος.
Δυναμική, αυστηρή και συχνά σκεπτικίστρια απέναντι στις καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες, η Mimi υπήρξε ταυτόχρονα στήριγμα και φρένο. Ο Lennon ενσωμάτωσε αργότερα κάποιες από τις εκφράσεις της στους στίχους του τραγουδιού «She’s Leaving Home» – όπως τις φράσεις «Θυσιάσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας», «Της προσφέραμε ό,τι μπορούσαν να αγοράσουν τα χρήματα», «Ποτέ δεν σκεφτήκαμε τον εαυτό μας» – μετατρέποντας τον οικογενειακό της τόνο σε ποιητικό σχόλιο. Ο ίδιος είχε θυμηθεί με χιούμορ μία από τις πιο χαρακτηριστικές της φράσεις: «Η κιθάρα είναι μία χαρά ως χόμπι, John, αλλά ποτέ δεν θα βγάλεις τα προς το ζην από αυτήν». Ένα σχόλιο που, εκ των υστέρων, μοιάζει σχεδόν προφητικό μέσα από την πλήρη του ανατροπή.
Η Leanne Best, που καλείται να αποδώσει αυτή την πολυεπίπεδη παρουσία, έχει ήδη μία σταθερή πορεία στην υποκριτική από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, με συμμετοχές σε σειρές όπως το «Ripper Street» του BBC και σε μεγάλες παραγωγές όπως το «Star Wars: The Force Awakens». Η επιλογή της ενισχύει την πρόθεση του Mendes να κινηθεί ανάμεσα σε αναγνωρίσιμα πρόσωπα και σε ηθοποιούς που μπορούν να υπηρετήσουν με ακρίβεια συγκεκριμένες ψυχογραφικές αποχρώσεις, χωρίς να παρασύρουν την ταινία σε απλή αναπαράσταση ειδώλων.
Στον κόσμο των συνεργατών και φίλων του συγκροτήματος, ο Bobby Schofield θα υποδυθεί τον road manager και στενό εμπιστευτικό Neil Aspinall, έναν άνθρωπο που έζησε από μέσα την καθημερινότητα των Beatles στους δρόμους, στα στούντιο, πίσω από τις σκηνές – συχνά εκεί που χτυπούσε ο αληθινός παλμός της μπάντας. Ο Daniel Hoffmann-Gill θα ενσαρκώσει τον Mal Evans, τον επί χρόνια roadie και στενό συνεργάτη του συγκροτήματος, ένα πρόσωπο -σκιά που βρισκόταν πάντα δίπλα τους, κουβαλώντας όργανα, λύνοντας πρακτικά προβλήματα, αλλά και καταγράφοντας σημ αντικές στιγμές της διαδρομής τους.
Ο Arthur Darvill αναλαμβάνει τον ρόλο του Derek Taylor, δημοσιογράφου που εξελίχθηκε σε υπεύθυνο Τύπου και φίλο των Beatles. Ο Taylor υπήρξε κάτι σαν μεσολαβητής ανάμεσα στον μύθο και το κοινό, διαχειριζόμενος το πώς θα φτάσει η εικόνα τους στον κόσμο, σε μία εποχή που η δημόσια εικόνα άρχισε να γίνεται σχεδόν τόσο σημαντική όσο και η ίδια η μουσική.
Ο Adam Pally, από την άλλη, θα δώσει μορφή στον Allen Klein, τον αμφιλεγόμενο επιχειρηματία που ανέλαβε τη διαχείριση των Beatles προς το τέλος της διαδρομής τους, λίγο πριν από τη διάλυση. Η παρουσία του Klein προμηνύει ότι οι ταινίες δεν θα αποφύγουν τις σκοτεινότερες, πιο συγκρουσιακές πτυχές της ιστορίας του συγκροτήματος: τις εντάσεις, τα οικονομικά, την φθορά των σχέσεων.
Στο επίπεδο της μουσικής δημιουργίας, επιβεβαιώθηκε ότι ο Harry Lloyd θα υποδυθεί τον παραγωγό George Martin, τον άνθρωπο που συχνά αποκαλείται «ο πέμπτος Beatle». Η μακρόχρονη συνεργασία του με το συγκρότημα διαμόρφωσε τον ήχο τους όσο λίγοι, γεφυρώνοντας την ακατέργαστη ενέργεια τεσσάρων νεαρών μουσικών με τις δυνατότητες του στούντιο, της ενορχήστρωσης και της καινοτομίας.
Παράλληλα, επιβεβαιώθηκε και η συμμετοχή του James Norton στον ρόλο του Brian Epstein, του μάνατζερ που αναγνώρισε πρώτος τη δυναμική τους, τους οργάνωσε και τους οδήγησε από τα μικρά κλαμπ του Λίβερπουλ στην παγκόσμια σκηνή.
Πέρα από τους ήδη ανακοινωμένους ρόλους, απομένει ακόμη να γίνουν γνωστές σημαντικές προσθήκες, όπως εκείνες της Cynthia Lennon και του Ravi Shankar – δύο μορφών που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές πλευρές της ιστορίας: η Cynthia ως νεανικός, προσωπικός κόσμος του Lennon, σε αντιπαράθεση με τη μεταγενέστερη δημόσια περσόνα του, και ο Shankar ως πνευματικός και μουσικός δίαυλος προς την ινδική παράδοση, που επηρέασε βαθιά τον George Harrison και, κατ’ επέκταση, τη μουσική και τη φιλοσοφία των Beatles στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Το σεναριακό βάρος αυτής της τετράλογιας μοιράζονται οι Jez Butterworth, Peter Straughan και Jack Thorne, τρεις καταξιωμένοι σεναριογράφοι που καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στη μυθολογία, την καταναλωμένη πλέον pop εικονογραφία και την ανθρώπινη, καθημερινή διάσταση των τεσσάρων μελών. Ο Sam Mendes, που θα σκηνοθετήσει και τις τέσσερις ταινίες, αναλαμβάνει επίσης την παραγωγή μαζί με την συνεργάτιδά του στη Neal Street, Pippa Harris, την Julie Pastor και την Alexandra Derbyshire. Η Sony Pictures θα χρηματοδοτήσει και θα διανείμει τις ταινίες παγκοσμίως.
Το σχέδιο των τεσσάρων ταινιών υπόσχεται να ξεπεράσει την κλασική φόρμα της βιογραφίας. Αντί για μία γραμμική αφήγηση «ανόδου και πτώσης», επιχειρείται μία τετραπλή οπτική πάνω στο ίδιο φαινόμενο: τέσσερις διαφορετικοί άνθρωποι, με τέσσερις δικές τους οικογένειες, φόβους, φιλοδοξίες, αμφιβολίες, εγκλωβισμένοι – ή απελευθερωμένοι – μέσα στο μεγαλύτερο συγκρότημα του κόσμου. Και γύρω τους, ένας ολόκληρος μικρόκοσμος προσώπων, από τη θεία που τους συμβουλεύει να διαλέξουν ένα «σοβαρό επάγγελμα» μέχρι τον μάνατζερ που κρατά στα χέρια του το μέλλον τους.
Οι τελευταίες ανακοινώσεις ρόλων δείχνουν πως αυτή η τετράλογια δεν θα περιοριστεί στο να αναπαράγει τη νοσταλγία ενός ήδη εξιδανικευμένου παρελθόντος. Αντίθετα, μοιάζει έτοιμη να κοιτάξει με προσοχή και ενσυναίσθηση όλους όσοι βρέθηκαν γύρω από τους Beatles – αυτούς που τους μεγάλωσαν, τους πίστεψαν, τους αμφισβήτησαν, τους εκμεταλλεύτηκαν ή απλώς τους συνόδευσαν στο παρασκήνιο.
Αν οι ίδιοι οι Beatles έγιναν η μπάντα που καθόρισε μία εποχή, ίσως ο κινηματογραφικός φακός του Sam Mendes επιχειρήσει τώρα να δείξει κάτι εξίσου ενδιαφέρον: ότι πίσω από τέσσερα πρόσωπα που έγιναν σύμβολα, υπήρχε πάντα ένα πλήθος άλλων ανθρώπων – συχνά αόρατων – χωρίς τους οποίους η ιστορία δεν θα είχε γραφτεί με τον ίδιο τρόπο.
Περισσότερο από μία ακόμη βιογραφική αφήγηση, το «The Beatles — A Four-Film Cinematic Event» διαγράφεται ως μία απόπειρα να ανασυντεθεί, ψηφίδα-ψηφίδα, ο ανθρώπινος ιστός ενός μύθου. Από την Θεία Mimi και τον Jim McCartney μέχρι τον George Martin, τον Brian Epstein και τους roadies που έστηναν τις σκηνές πριν ανάψουν τα φώτα, η τετράλογια του Sam Mendes υπόσχεται να φωτίσει όχι μόνο το πώς ζούσαν οι Beatles, αλλά και το πώς τους έζησαν οι άλλοι.
Αν κρατήσει την υπόσχεση της πολυπρισματικής ματιάς, μπορεί να γίνει η πιο ολοκληρωμένη, συναισθηματικά ειλικρινής κινηματογραφική προσέγγιση που έχει επιχειρηθεί ποτέ γύρω από το φαινόμενο των Beatles.
