Σαράντα πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του John Lennon που πάγωσε τον χρόνο έξω από το κτίριο Dakota, αναψηλαφούμε το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας και την κληρονομιά ενός ειδώλου που πλήρωσε το τίμημα της ίδιας του της ανθρωπιάς.
8 Δεκεμβρίου 1980. Ήταν μία Δευτέρα ασυνήθιστα ζεστή για τα δεδομένα του Δεκεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Η πόλη ετοιμαζόταν για τα Χριστούγεννα, οι δρόμοι έσφυζαν από τη γνωστή νευρώδη ενέργεια του Μανχάταν, και τίποτα δεν προμήνυε πως πριν το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, ο κόσμος θα ήταν ένα εντελώς διαφορετικό μέρος.
Σήμερα, συμπληρώνονται 45 χρόνια από τη στιγμή που ο John Lennon, ο άνθρωπος που τόλμησε να φανταστεί έναν κόσμο χωρίς σύνορα και κτήσεις, έπεσε νεκρός από τις σφαίρες ενός διαταραγμένου μυαλού, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που η μουσική βιομηχανία –και η παγκόσμια συνείδηση– δεν κατάφερε ποτέ πραγματικά να αναπληρώσει. Δεν είναι απλώς μία επέτειος θανάτου, είναι η υπενθύμιση του πόσο εύθραυστη μπορεί να είναι η ιδιοφυΐα απέναντι στην παραφροσύνη.
Εκείνο το πρωινό είχε ξεκινήσει με μία αίσθηση αναγέννησης. Ο John Lennon και η Yoko Ono είχαν μόλις επιστρέψει στο προσκήνιο με το άλμπουμ «Double Fantasy», σπάζοντας μία πενταετή σιωπή κατά την οποία ο Lennon είχε αφοσιωθεί στον ρόλο του πατέρα και του συζύγου, ψήνοντας ψωμί και φροντίζοντας τον γιο τους, Sean.
Η διάσημη φωτογράφος Annie Leibovitz τους επισκέφθηκε στο διαμέρισμά τους στο ιστορικό κτίριο Dakota για μία φωτογράφιση που έμελλε να γίνει ιστορική: ο John, γυμνός και ευάλωτος, να αγκαλιάζει εμβρυακά την ντυμένη στα μαύρα Yoko. Ήταν μία εικόνα απόλυτης παράδοσης στην αγάπη, μία προφητική αποτύπωση του δεσμού τους λίγες ώρες πριν αυτός κοπεί βίαια.
Έξω από το κτίριο, ανάμεσα στους περαστικούς και τους κυνηγούς αυτογράφων, περίμενε υπομονετικά ο Mark David Chapman. Δεν έμοιαζε με απειλή, αλλά με έναν ακόμη αφοσιωμένο θαυμαστή που ήθελε να συναντήσει το είδωλό του.
Όταν ο Lennon βγήκε το απόγευμα για να πάει στο στούντιο ηχογράφησης, ο Chapman τον πλησίασε κρατώντας ένα αντίτυπο του «Double Fantasy». Ο Lennon, με την χαρακτηριστική του ευγένεια, το υπέγραψε και τον ρώτησε:
«Είναι αυτό όλο που θέλεις;». Η στιγμή απαθανατίστηκε από έναν ερασιτέχνη φωτογράφο, παγώνοντας στον χρόνο τον θύτη και το θύμα σε μία ανατριχιαστική συνύπαρξη. Εκείνη τη στιγμή, ο Lennon κοίταξε τον δολοφόνο του στα μάτια, αγνοώντας πως αντίκριζε το τέλος του.

Η επιστροφή από το στούντιο Record Plant έγινε λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Το ζευγάρι αποφάσισε να μην πάει για φαγητό, ώστε να προλάβουν να καληνυχτίσουν τον Sean πριν κοιμηθεί. Η λιμουζίνα σταμάτησε μπροστά στην πύλη του Dakota και όχι στην ασφαλή εσωτερική αυλή.
Καθώς ο John Lennon περπατούσε προς την είσοδο, η φωνή του Chapman ακούστηκε μέσα στο σκοτάδι: «Κύριε Lennon;». Ακολούθησαν πέντε πυροβολισμοί. Οι τέσσερις βρήκαν στόχο. Ο θόρυβος των πυροβολισμών αντήχησε σαν σπασμένο γυαλί στην ησυχία της 72ης Οδού, θρυμματίζοντας ταυτόχρονα τα όνειρα μιας γενιάς που είχε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι «το μόνο που χρειάζεσαι είναι η αγάπη».
Ο Lennon μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο Roosevelt, αλλά ήταν ήδη αργά. Η είδηση μεταδόθηκε αρχικά όχι από τα δελτία ειδήσεων, αλλά κατά τη διάρκεια ενός αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου, δημιουργώντας ένα σοκ που εξαπλώθηκε αστραπιαία σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Το πένθος που ακολούθησε ήταν πρωτόγνωρο. Δεν επρόκειτο απλώς για τον χαμό ενός μουσικού, αλλά για την απώλεια ενός πνευματικού ηγέτη. Πλήθη συγκεντρώθηκαν έξω από το Dakota, ανάβοντας κεριά και τραγουδώντας το «Imagine» και το «Give Peace a Chance». Η Yoko Ono, συντετριμμένη, ζήτησε δέκα λεπτά σιωπής αντί για κηδεία, και ο κόσμος υπάκουσε.
Εκείνη την Κυριακή, εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη τη Γη σταμάτησαν ό,τι έκαναν, ενώνοντας τη σιωπή τους σε έναν παγκόσμιο φόρο τιμής. Ήταν η απόδειξη πως ο Lennon, παρά τις αντιφάσεις και τους προσωπικούς του δαίμονες, είχε καταφέρει να αγγίξει μία συλλογική φλέβα ανθρωπιάς.
Αναλογιζόμενοι σήμερα την πορεία του, από το Λίβερπουλ και το θρυλικό συγκρότημα που άλλαξε την ποπ κουλτούρα, μέχρι τα χρόνια της Νέας Υόρκης, αντιλαμβανόμαστε πως ο John Lennon ήταν κάτι παραπάνω από ένας καλλιτέχνης. Ήταν ένας καθρέφτης της εποχής του.
Με τους «Beatles», εξέφρασε την νεανική εξέγερση και την ευφορία των ’60s. Στο πρώτο άλμπουμ της σόλο καριέρας του, το «John Lennon/Plastic Ono Band», έβγαλε από μέσα του την πρωταρχική κραυγή του τραύματος, αποδομώντας τον μύθο του σταρ. Τραγούδια όπως το «Mother» ή το «Working Class Hero» παραμένουν μέχρι και σήμερα σπουδές στην ειλικρίνεια και την ωμή συναισθηματική έκφραση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Lennon δεν ήταν άγιος και ο ίδιος θα ήταν ο πρώτος που θα το παραδεχόταν. Ήταν ένας άνθρωπος με οξυδέρκεια αλλά και οξυθυμία, που πάλευε με τις ανασφάλειές του και αναζητούσε διαρκώς νόημα.
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η τρωτότητα ήταν που έκανε το έργο του τόσο επιδραστικό. Το τραγούδι «Imagine», που συχνά παρεξηγείται ως ένας αφελής ύμνος, ήταν στην πραγματικότητα ένα ριζοσπαστικό πολιτικό μανιφέστο ντυμένο με μία γλυκιά μελωδία. Ζητούσε από τον ακροατή να απαρνηθεί τον εθνικισμό, τη θρησκεία και την ιδιοκτησία – έννοιες που ακόμη και σήμερα, 45 χρόνια μετά, αποτελούν τις ρίζες των περισσότερων συγκρούσεων.
Η δολοφονία του John Lennon από έναν «θαυμαστή» ανέδειξε και τη σκοτεινή πλευρά της διασημότητας, την εμμονή που μετατρέπεται σε κτητικότητα. Ο Chapman δεν ήθελε απλώς να σκοτώσει τον άνθρωπο, ήθελε να κλέψει λίγη από τη λάμψη του, να γραφτεί στην ιστορία δίπλα στο όνομά του.
Είναι τραγική ειρωνεία ότι ο Lennon, που είχε τραγουδήσει το «Happiness Is a Warm Gun» ως μία σαρκαστική παρατήρηση, έπεσε θύμα της οπλοκατοχής, ενός θέματος που παραμένει πληγή για την αμερικανική κοινωνία. Η Yoko Ono, όλα αυτά τα χρόνια, συνεχίζει να χρησιμοποιεί την εικόνα των ματωμένων γυαλιών του ως σύμβολο κατά της βίας, υπενθυμίζοντας πως ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, αν εμείς δεν το θέλουμε.
Σήμερα, καθώς ακούμε ξανά το «Jealous Guy» ή το «Woman», δεν ακούμε απλώς νοσταλγικές μελωδίες. Ακούμε τη φωνή ενός ανθρώπου που βρισκόταν στη μέση μιας δημιουργικής άνοιξης, έτοιμος να γεράσει και να εξερευνήσει το δεύτερο μισό της ζωής του.
Το πρώτο single που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, το «(Just Like) Starting Over», ηχεί πλέον σπαρακτικά ειρωνικό. Δεν υπήρξε νέα αρχή, μόνο ένα απότομο τέλος.
Κι όμως, 45 χρόνια μετά, ο John Lennon παραμένει παρών. Όχι ως ένα απολιθωμένο είδωλο σε κάποιο μουσείο, αλλά ως μία ζωντανή υπενθύμιση ότι η τέχνη μπορεί να είναι επικίνδυνη, ότι η ειρήνη απαιτεί θάρρος και ότι, τελικά, η αγάπη είναι η μόνη απάντηση που αξίζει να δίνουμε στο σκοτάδι.
