Μια πρωτοποριακή μελέτη του MIT, με την υποστήριξη κολοσσών όπως οι Coldplay και η Live Nation, αποκαλύπτει ότι οι μετακινήσεις των θαυμαστών αποτελούν την κυριότερη πηγή εκπομπών άνθρακα στη βιομηχανία της ζωντανής μουσικής, αλλάζοντας τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των συναυλιών.
Η μαγεία μιας ζωντανής συναυλίας είναι μία σχεδόν αρχέγονη εμπειρία. Η συλλογική ενέργεια χιλιάδων ανθρώπων, οι δονήσεις της μουσικής που διαπερνούν το σώμα, η οπτική επαφή με τον καλλιτέχνη. Είναι στιγμές που δημιουργούν αναμνήσεις ζωής.
Πίσω όμως από τα εκτυφλωτικά φώτα και τον δυνατό ήχο, κρύβεται ένα αθέατο κόστος για τον πλανήτη. Μια έρευνα – ορόσημο που δημοσιεύθηκε από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT) έρχεται να ρίξει φως σε αυτή την πραγματικότητα, αναλύοντας τις πηγές εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στον χώρο της ζωντανής μουσικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τα ευρήματα, που βασίστηκαν σε δεδομένα από περισσότερες από 80.000 εκδηλώσεις, από μικρά club μέχρι περιοδείες σε στάδια, είναι αποκαλυπτικά και τοποθετούν την ευθύνη σε έναν απρόσμενο, αλλά ταυτόχρονα λογικό, παράγοντα: το κοινό.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι οι μετακινήσεις των θαυμαστών προς τους συναυλιακούς χώρους αποτελούν τη Νο. 1 αιτία εκπομπών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο αριθμός αυτός αγγίζει το εντυπωσιακό 77%, ενώ στις ΗΠΑ διαμορφώνεται στο 62%.
Αυτά τα ποσοστά παραμένουν σταθερά σε σχεδόν όλα τα μεγέθη εκδηλώσεων, από μεμονωμένες συναυλίες και περιοδείες σε club μέχρι τοπικές περιοδείες και φεστιβάλ σε στάδια. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν προηγούμενες αναφορές που είχαν αναδείξει τις πτήσεις, τις διαδρομές με αυτοκίνητο και άλλους τρόπους μεταφοράς με υψηλό αποτύπωμα άνθρακα ως τους βασικούς συντελεστές του προβλήματος.
Είναι ένα ζήτημα που καλλιτέχνες όπως η Billie Eilish προσπαθούν ήδη να αντιμετωπίσουν, παρέχοντας στους θαυμαστές τους πληροφορίες για βιώσιμες επιλογές μετακίνησης πριν από κάθε σταθμό της περιοδείας τους.
Ο δεύτερος μεγαλύτερος παράγοντας που συμβάλλει στις εκπομπές ρύπων είναι η κατανάλωση τροφίμων και ποτών, η οποία ευθύνεται για το 16,9% στις ΗΠΑ και το 7,6% στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτοί οι αριθμοί συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με προϊόντα ζωικής προέλευσης. Η κτηνοτροφία εκπέμπει μεθάνιο, υποξείδιο του αζώτου και διοξείδιο του άνθρακα, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στην αποψίλωση των δασών για τη δημιουργία βοσκοτόπων και απαιτεί ενέργεια για τη μεταφορά των προϊόντων. Η μελέτη σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «μια στροφή προς μενού φυτικής προέλευσης θα μπορούσε να μειώσει αυτές τις εκπομπές κατά 40% ή και περισσότερο».
Και εδώ, η ομάδα της Billie Eilish πρωτοπορεί, καθώς για την περιοδεία της «Hit Me Hard and Soft» για το 2024-25, συνεργάστηκε με όλους τους χώρους διεξαγωγής για να διασφαλίσει ότι οι καντίνες θα προσφέρουν τουλάχιστον ένα γεύμα φυτικής προέλευσης, παρέχοντας παράλληλα εκπαίδευση στις ομάδες εστίασης των χώρων σχετικά με τα οφέλη και την προετοιμασία τέτοιων γευμάτων.
Εξαιρώντας, ωστόσο, τις μετακινήσεις των θαυμαστών, το τοπίο αλλάζει. Η μελέτη αναδεικνύει τις μεταφορές εξοπλισμού με φορτηγά και εμπορευματικές πτήσεις ως σημαντικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα, τα φορτηγά ευθύνονται για το 14% των εκπομπών στις ΗΠΑ, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι αεροπορικές εμπορευματικές μεταφορές αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 35% των εκπομπών.
Επιπλέον, η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εκδηλώσεις μεγάλης κλίμακας, όπως οι περιοδείες σε στάδια και τα φεστιβάλ, «παράγουν ένα δυσανάλογο μερίδιο των συνολικών εκπομπών, καθιστώντας τες ισχυρούς καταλύτες για καινοτομία και κλιμακούμενες λύσεις για το κλίμα».
Η έκθεση δημιουργήθηκε από την ομάδα Climate Machine του MIT, με την πολύτιμη συμβολή των Coldplay, της Warner Music Group, της Live Nation και της εταιρείας συμβούλων βιωσιμότητας Hope Solutions.
Σε κοινή τους δήλωση, ο καθηγητής John Fernández και η Δρ. Norhan Bayomi, συνιδρυτές του MIT Climate Machine, ανέφεραν: «Η έρευνα και η ανάλυση που οδήγησε στον υπολογισμό των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που αποδίδονται στη ζωντανή μουσική στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, σηματοδοτεί ένα νέο σημείο αναφοράς για ουσιαστικές δράσεις.»
«Αυτή η λεπτομερής καταγραφή των πηγών και των ποσοτήτων εκπομπών καθοδηγεί μία σειρά από συστάσεις που δείχνουν μία νέα εποχή για τη μείωση των εκπομπών και τις πρακτικές βιωσιμότητας σε ολόκληρο τον κλάδο», συνέχισαν.
Από την πλευρά της, η επικεφαλής βιωσιμότητας της Live Nation, Lucy August-Perna, πρόσθεσε: «Για πρώτη φορά, η βιομηχανία της ζωντανής μουσικής έχει μία ξεκάθαρη εικόνα για το πού βρίσκεται ο συλλογικός μας αντίκτυπος. Για τη Live Nation, αυτά τα δεδομένα μας δίνουν τη δύναμη να συνεχίσουμε να αναλαμβάνουμε πιο έξυπνη, πιο συντονισμένη δράση σε συνεργασία με καλλιτέχνες, χώρους και θαυμαστές, για να διαφυλάξουμε ένα ισχυρό μέλλον για τη ζωντανή μουσική και τις κοινότητες που τη στηρίζουν».
Αυτό που καθίσταται σαφές από την έκθεση του MIT δεν είναι ότι πρέπει να σταματήσουμε να απολαμβάνουμε τη μουσική ζωντανά, αλλά ότι η βιομηχανία και το κοινό έχουν πλέον στα χέρια τους έναν λεπτομερή χάρτη για να πλοηγηθούν προς ένα πιο βιώσιμο μέλλον.
Η αναγνώριση ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν βρίσκεται πάνω στη σκηνή, αλλά στον δρόμο προς αυτήν, μετατοπίζει το επίκεντρο της συζήτησης. Η μελέτη αυτή δεν είναι απλώς μία διάγνωση του προβλήματος, αλλά μία πρόσκληση για συλλογική δράση, καινοτομία και υπευθυνότητα, ώστε η μουσική να συνεχίσει να ενώνει τους ανθρώπους, χωρίς να διχάζει το μέλλον του πλανήτη.
