Το νέο ντοκιμαντέρ «Paul McCartney: Man on the Run» ρίχνει φως στην πιο σκοτεινή περίοδο του σπουδαίου μουσικού, τότε που πίστευε πως δεν θα ξαναέγραφε «ούτε μία νότα» και η κατάθλιψη είχε στοιχειώσει την καθημερινότητά του.
Η διάλυση των Beatles δεν ήταν απλώς το τέλος ενός συγκροτήματος, ήταν ο επίλογος μίας ολόκληρης εποχής που επαναπροσδιόρισε τη δημοφιλή κουλτούρα του 20ού αιώνα. Για τον Paul McCartney, όμως, ήταν κάτι πολύ πιο προσωπικό και οδυνηρό. Ήταν η απώλεια της ταυτότητάς του.
Σήμερα, στα 83 του χρόνια, ο εμβληματικός Βρετανός τραγουδοποιός επιστρέφει σε εκείνες τις γκρίζες μέρες των αρχών της δεκαετίας του ’70, μέσα από το νέο ντοκιμαντέρ του Prime Video με τίτλο «Paul McCartney: Man on the Run», το οποίο αναμένεται να κάνει πρεμιέρα στις 27 Φεβρουαρίου.
Στο trailer της ταινίας, που σκηνοθετεί ο βραβευμένος με Όσκαρ Morgan Neville, γνωστός από το «20 Feet from Stardom», ο McCartney προχωρά σε μία σπάνια και βαθιά ανθρώπινη εξομολόγηση.
Περιγράφει την κατάθλιψη που τον κατέβαλε όταν η «Beatlemania» έσβησε απότομα, αφήνοντάς τον κενό και γεμάτο αβεβαιότητα για το μέλλον.
«Οι Beatles ήταν όλη μου η ζωή, πραγματικά. Όταν χωρίσαμε, σκέφτηκα ότι δεν θα ξαναγράψω ποτέ ούτε μία νότα μουσικής. Είχα τον φόβο του να είμαι ενήλικας», δηλώνει ο ίδιος, αποκαλύπτοντας την υπαρξιακή κρίση που βίωσε ένας άνθρωπος που στα μάτια του κόσμου είχε τα πάντα.
Η αποχώρηση από το συγκρότημα που άλλαξε την παγκόσμια μουσική σκηνή δεν ήταν μία απλή επαγγελματική μεταβολή. Ήταν μία βίαιη ενηλικίωση.
Μετά από μία δεκαετία όπου κάθε του βήμα οριζόταν από τη συλλογική δυναμική των «Σκαθαριών», ο McCartney βρέθηκε ξαφνικά μόνος, αντιμέτωπος με το τρομακτικό βάρος της κληρονομιάς του.
«Ένιωθα μεγάλη κατάθλιψη, αλλά στάθηκα πολύ τυχερός γιατί είχα τη Linda», συνεχίζει, αναφερόμενος στην πολυαγαπημένη του σύζυγο και μετέπειτα συνοδοιπόρο του στους Wings.
Η Linda McCartney, η οποία έφυγε από τη ζωή το 1998, δεν ήταν μόνο ο έρωτας της ζωής του, αλλά και ο άνθρωπος που τον βοήθησε να ξαναβρεί τη δημιουργική του φωνή.
Το ντοκιμαντέρ εστιάζει στη δημιουργία των Wings, του συγκροτήματος που αποτέλεσε το όχημα για τη μεγάλη του επιστροφή. Όμως, η αρχή δεν ήταν εύκολη.
Ο κόσμος και η κριτική αντιμετώπισαν το νέο του εγχείρημα με σκεπτικισμό, συγκρίνοντας κάθε track με την τελειότητα των Beatles. «Οι Wings ήταν μία αποτυχία όταν ξεκίνησαν», παραδέχεται αφοπλιστικά ο McCartney στο trailer.
Η απόφασή του να συμπεριλάβει τη Linda στο συγκρότημα θεωρήθηκε από πολλούς ως μία εκκεντρική κίνηση, όμως για εκείνον ήταν ζήτημα επιβίωσης.
Σε μία χαριτωμένη στιγμή του trailer, όταν ερωτάται πότε ανακάλυψε ότι η Linda μπορούσε να τραγουδήσει, εκείνος απαντά με χιούμορ: «Τη νύχτα του γάμου».
Παρά τις αρχικές αντιξοότητες, η πεισματική άρνηση του McCartney να αποδεχθεί την ήττα μετατράπηκε σε καύσιμο για μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της δεκαετίας του ’70.
Η rock των Wings, αν και διαφορετική από την pop των Beatles, κατάφερε να κυριαρχήσει στα charts με τραγούδια – σταθμούς όπως τα «Band on the Run», «Live and Let Die», «Jet» και «Silly Love Songs».
«Αν κάποιος μας κακολογούσε, σκεφτόμουν: “Θα φτιάξω τον καλύτερο δίσκο που έχετε ακούσει ποτέ”… Ο κόσμος πίστευε ότι ήμασταν εντελώς τρελοί, αλλά αυτός ήταν ο τρόπος μας», θυμάται ο McCartney.
Ο σκηνοθέτης Morgan Neville, μιλώντας στο περιοδικό People, εξηγεί πως η δεκαετία του ’70 ήταν μία εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τον McCartney, καθώς οτιδήποτε δημιουργούσε κρινόταν αυστηρά κάτω από τη βαριά σκιά του παρελθόντος.
«Για χρόνια, ο κόσμος έλεγε στον Paul πόσο σημαντικοί ήταν οι Wings για εκείνους. Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρος ότι πίστευε πραγματικά πως υπήρχε τόση αγάπη για τους Wings και τη σόλο δουλειά του στα ’70s όση υπήρχε για τους Beatles», αναφέρει ο Neville.
Η προσπάθεια των Wings ήταν μία συνειδητή απόφαση να ξεκινήσουν από το μηδέν, από μικρές σκηνές, για να φτάσουν σταδιακά ξανά στα μεγαλύτερα στάδια του κόσμου — μία διαδικασία που απαιτούσε τεράστια ψυχικά αποθέματα.
Φυσικά, το «Man on the Run» δεν θα μπορούσε να μην αγγίξει τη σχέση του McCartney με τον John Lennon. Μέσα από αρχειακό υλικό και νέες αφηγήσεις, ο Paul αναστοχάζεται πάνω στους δεσμούς που τον ένωναν με τον Lennon, παρά τις δημόσιες και ιδιωτικές τους συγκρούσεις.
«Εγώ και ο John, απλώς απομακρυνόμασταν στην πραγματικότητα… Και τώρα ξεκινούσαμε ένα άλλο ταξίδι. Είχαμε τσακωμούς και όλα αυτά, αλλά αγαπιόμασταν σε όλη μας τη ζωή», λέει με μία γλυκόπικρη τρυφερότητα για τον φίλο και συνεργάτη του που δολοφονήθηκε το 1980.
Πέρα από τη μουσική ιστορία, το ντοκιμαντέρ είναι μία μελέτη πάνω στην ανθρώπινη ανθεκτικότητα. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που, ενώ βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του, έπρεπε να ανακαλύψει από την αρχή ποιος είναι, την ώρα που ολόκληρος ο πλανήτης τον παρατηρούσε, τον έκρινε και τον επέκρινε.
Ο McCartney κατάφερε να ιεραρχήσει τις προτεραιότητές του, βάζοντας την οικογένεια και την αγάπη για τη δημιουργία πάνω από την ανάγκη για αποδοχή.
Το «Paul McCartney: Man on the Run» υπόσχεται να είναι κάτι περισσότερο από ένα μουσικό ντοκιμαντέρ, είναι ένα μάθημα ζωής για το πώς μπορείς να βγεις από το σκοτάδι της κατάθλιψης και να χτίσεις κάτι καινούργιο πάνω στα ερείπια ενός ένδοξου παρελθόντος.
Στις 27 Φεβρουαρίου, οι θαυμαστές του σε όλο τον κόσμο θα έχουν την ευκαιρία να δουν τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο, τον καλλιτέχνη που, παρά τον φόβο του να «μεγαλώσει», κατάφερε να παραμείνει αιώνια έφηβος μέσα από τη μουσική του.
