Οι Foo Fighters και η Taylor Momsen ανασταίνουν το «χαμένο» grunge παρελθόν της Mariah Carey στη λαμπερή βραδιά της MusiCares, αποδεικνύοντας ότι η μουσική δεν γνωρίζει στεγανά.
Όταν η μουσική βιομηχανία συγκεντρώνεται στο Λος Άντζελες για να τιμήσει έναν θρύλο, οι προσδοκίες είναι συνήθως προδιαγεγραμμένες: λάμψη, συγκίνηση και μία αναδρομή στις μεγάλες επιτυχίες. Ωστόσο, η φετινή τελετή για την ανακήρυξη της Mariah Carey ως «Πρόσωπο της Χρονιάς» από τη MusiCares επεφύλασσε μία ανατροπή που ελάχιστοι μπορούσαν να προβλέψουν. Σε μία βραδιά που ξεκίνησε ως φόρος τιμής στην απόλυτη pop ντίβα, οι Foo Fighters και η Taylor Momsen κατάφεραν να κλέψουν τις εντυπώσεις, φέρνοντας στο φως μία σχεδόν ξεχασμένη, σκοτεινή και απρόσμενα rock πτυχή της καλλιτέχνιδας που έχει ταυτιστεί με τις υψηλές οκτάβες και τη γκλάμουρ αισθητική.
Η ατμόσφαιρα στο Συνεδριακό Κέντρο του Λος Άντζελες ήταν ηλεκτρισμένη το βράδυ της Παρασκευής, 30 Ιανουαρίου. Η MusiCares, ο φιλανθρωπικός βραχίονας της Ακαδημίας Ηχογράφησης που στηρίζει τους ανθρώπους της μουσικής σε περιόδους ανάγκης, επέλεξε φέτος να τιμήσει την Mariah Carey, τοποθετώντας την δίπλα σε ιερά τέρατα όπως ο Bob Dylan, ο Bruce Springsteen και η Dolly Parton. Όμως, η στιγμή που θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη των παρευρισκόμενων δεν ήταν κάποια από τις κλασικές μπαλάντες της, αλλά η εκρηκτική εμφάνιση του συγκροτήματος του Dave Grohl.
Οι Foo Fighters, με την ορμή που τους διακρίνει, ανέβηκαν στη σκηνή συνοδευόμενοι από την Taylor Momsen, την κεντρική φωνή των The Pretty Reckless. Μαζί, επιδόθηκαν σε μία αναβίωση δύο τραγουδιών από το μυστικό grunge άλμπουμ της Mariah Carey με τίτλο «Someone’s Ugly Daughter».
Πρόκειται για ένα εγχείρημα που η ίδια η τραγουδίστρια αποκάλυψε στα απομνημονεύματά της το 2020, με τίτλο «The Making of Mariah Carey», προκαλώντας τότε κύματα έκπληξης στους θαυμαστές της. Το άλμπουμ είχε ηχογραφηθεί το 1995 υπό το ψευδώνυμο Chick, την ίδια περίοδο που η Carey δούλευε πάνω στο εμβληματικό «Daydream». Στην αρχική ηχογράφηση, τα κύρια φωνητικά ανήκαν στη φίλη της, Clarissa Dane, με την Mariah Carey να περιορίζεται στα δεύτερα φωνητικά, κρύβοντας την ταυτότητά της από την τότε δισκογραφική της εταιρεία.
Στη σκηνή της MusiCares, η Taylor Momsen και ο Dave Grohl παρουσίασαν το «Hermit», ένα κομμάτι με βαριές κιθάρες και αυθεντική grunge αισθητική, καθώς και το ελαφρώς πιο pop αλλά πάντα δυναμικό «Love Is a Scam». Η ερμηνεία ήταν καταιγιστική, θυμίζοντας στο κοινό την ατίθαση ενέργεια της σκηνής του Σιάτλ της δεκαετίας του ’90. Ήταν μία στιγμή απόλυτης δικαίωσης για την Mariah Carey, η οποία έβλεπε μία πειραματική και κρυφή πλευρά του εαυτού της να αναγνωρίζεται από την ελίτ της rock σκηνής.
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η επιστροφή του κιθαρίστα Pat Smear. Ο Smear, ο οποίος είχε μείνει εκτός δράσης για μερικές εβδομάδες καθώς έσπασε το πόδι του, επέστρεψε δυναμικά στη σκηνή, προσθέτοντας το δικό του ειδικό βάρος στην εμφάνιση.
Η χημεία ανάμεσα στον Dave Grohl και την Taylor Momsen δεν είναι τυχαία. Οι δυο τους είχαν συνεργαστεί ξανά το 2022, στη συναυλία-αφιέρωμα για τη ζωή του αείμνηστου ντράμερ των Foo Fighters, Taylor Hawkins. Τότε, μαζί με τους Pat Smear, Krist Novoselic των Nirvana και τους Kim Thayil και Matt Cameron των Soundgarden, είχαν συγκλονίσει το κοινό με μία διασκευή του «Black Hole Sun», τιμώντας ταυτόχρονα τον Taylor Hawkins και τον Chris Cornell.
Η βραδιά όμως δεν ανήκε μόνο στο rock. Το πρόγραμμα ήταν ένας πλούσιος μουσικός καμβάς, αντάξιος της πορείας της Mariah Carey. Η Jennifer Hudson άνοιξε την τελετή με ένα εντυπωσιακό medly από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της τιμώμενης, αποδεικνύοντας για ακόμα μία φορά το τεράστιο φωνητικό της εύρος.
Στη συνέχεια, στη σκηνή ανέβηκαν καλλιτέχνες από διαφορετικά μουσικά είδη, όπως ο Adam Lambert, ο Teddy Swims, ο Charlie Puth και ο John Legend. Η Maggie Rogers έδωσε μία πιο εναλλακτική νότα, ενώ η Laufey, η Kesha και ο Billy Porter προσέφεραν τις δικές τους μοναδικές ερμηνείες, αναδεικνύοντας την επιρροή της Carey σε ολόκληρο το φάσμα της σύγχρονης μουσικής.
Όταν ήρθε η ώρα για την ίδια την Mariah Carey να μιλήσει, η συγκίνησή της ήταν εμφανής. Χαρακτήρισε τη βραδιά «συγκλονιστική με τον καλύτερο δυνατό τρόπο». Κοιτάζοντας γύρω της την αίθουσα, ανέφερε πόσο ευλογημένη ένιωθε που περιβαλλόταν από «τόσα πολλά φιλικά και οικεία πρόσωπα, ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί, ανθρώπους που θαύμαζα από καιρό, ακόμα και ανθρώπους που πίστευα ότι δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ», προσθέτοντας την τελευταία φράση με το χαρακτηριστικό της γέλιο.
Αυτή η βράβευση δεν ήταν απλώς μία αναγνώριση των πωλήσεων ή των αμέτρητων επιτυχιών της στις πρώτες θέσεις των καταλόγων δημοτικότητας. Ήταν μία γιορτή της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Η αποκάλυψη και η μετέπειτα αποθέωση του άλμπουμ «Someone’s Ugly Daughter» λειτουργεί ως μία υπενθύμιση ότι ακόμα και οι πιο τυποποιημένοι αστέρες της pop κρύβουν μέσα τους ανησυχίες που συχνά καταπιέζονται από τις απαιτήσεις της βιομηχανίας.
Η κίνηση των Foo Fighters να επιλέξουν αυτά τα συγκεκριμένα τραγούδια δεν ήταν μία απλή τυπική υποχρέωση, αλλά μία πράξη σεβασμού προς μία καλλιτέχνιδα που τόλμησε να πειραματιστεί στα κρυφά.
Σε μία εποχή που η μουσική συχνά αναλύεται με βάση τους αλγόριθμους, η επιστροφή στον ακατέργαστο ήχο του 1995 μέσα από τα χέρια του Dave Grohl και της Taylor Momsen ήταν η πιο αυθεντική στιγμή της βραδιάς. Η Mariah Carey, η γυναίκα που έγινε η φωνή των Χριστουγέννων και της απόλυτης αγάπης, απέδειξε ότι μπορεί να είναι εξίσου πειστική και ως μία grunge ηρωίδα, αρκεί να της δοθεί το σωστό βήμα – ή η σωστή μπάντα.
Το κλείσιμο της βραδιάς βρήκε τους παρευρισκόμενους να συζητούν για το πώς η μουσική μπορεί να γεφυρώνει χάσματα. Η εικόνα της Mariah Carey να καταχειροκροτείται από ανθρώπους της rock, της τζαζ και της soul, επιβεβαιώνει ότι η κληρονομιά της είναι πολύ πιο βαθιά και πολυδιάστατη από όσο οι περισσότεροι θα μπορούσαν να φανταστούν. Η MusiCares δεν τίμησε μόνο μία τραγουδίστρια, αλλά μία ολοκληρωμένη μουσική προσωπικότητα που συνεχίζει να εκπλήσσει, δεκαετίες μετά το ξεκίνημά της.
