Ο Peter Hince, ο επί σειρά ετών επικεφαλής roadie των Queen, ανοίγει το προσωπικό του αρχείο και αναπολεί τις δεκαετίες της δόξας, λίγο πριν τη μεγάλη δημοπρασία αντικειμένων που σημάδεψαν την ιστορία της rock.
Όταν ο Peter Hince συνάντησε για πρώτη φορά τους Queen στα τέλη του 1973, το συγκρότημα δεν ήταν ακόμα το παγκόσμιο φαινόμενο που γνωρίζουμε σήμερα. Εκείνη την εποχή, οι τέσσερις μουσικοί άνοιγαν τις συναυλίες για την περιοδεία των Mott the Hoople στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Αν και η πρώτη πρόταση για να ενταχθεί στην ομάδα τους ήρθε στις αρχές του 1975, ο Hince αποφάσισε να πει το ναι λίγο αργότερα την ίδια χρονιά. Ήταν μόλις 20 ετών, ένας νεαρός με πάθος για τη μουσική που βρέθηκε ξαφνικά στην καρδιά μιας καταιγίδας που θα άλλαζε τα πάντα.
«Ήμουν μακράν ο νεότερος και με προσέλαβαν για να προσέχω τον Freddie Mercury και τον John Deacon στη σκηνή και να διαχειρίζομαι τον εξοπλισμό τους. Αργότερα έγινα επικεφαλής του τεχνικού πληρώματος και εργάστηκα πλήρως μέχρι την τελευταία τους συναυλία με τον Freddie στο Knebworth, τον Αύγουστο του 1986», εξομολογείται ο ίδιος.
Η άφιξή του στην ομάδα συνέπεσε με μία κομβική στιγμή της μουσικής ιστορίας, καθώς το συγκρότημα βρισκόταν στο στούντιο δουλεύοντας πάνω στο εμβληματικό «A Night at the Opera». Η ατμόσφαιρα ήταν δημιουργική, αλλά η καθημερινότητα ενός roadie παρέμενε προσγειωμένη.
«Δεν είχα ιδέα αν το “Bohemian Rhapsody” θα γινόταν επιτυχία, δεν είχε σημασία — κέρδιζα 40 λίρες την εβδομάδα, κάθε εβδομάδα. Ήταν μία δουλειά· αυτό έκανα για να ζήσω. Ήμουν roadie για rock συγκροτήματα. Η μπάντα έδινε πάντα ένα υπέροχο live show, το οποίο γινόταν όλο και μεγαλύτερο με κάθε περιοδεία», σημειώνει.
Με την έλευση της δεκαετίας του ’80, το μέγεθος των Queen εκτοξεύτηκε σε δυσθεώρητα ύψη, κατακτώντας νέες αγορές όπως η Νότια Αμερική. Οι εμφανίσεις τους σε τεράστια υπαίθρια στάδια είχαν έναν ηλεκτρισμό που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις.
«Από το 1980 και μετά, οι Queen έγιναν το μεγαλύτερο συγκρότημα στον κόσμο. Το συγκρότημα ήταν εξαιρετικά επαγγελματικό και απαιτητικό, και περίμεναν το καλύτερο από το πλήρωμα. Ο Freddie ήταν ιδιαίτερα συγκεντρωμένος και αποφασισμένος, και έπρεπε να συμβαδίζω μαζί του. Ήταν απρόβλεπτος και έπρεπε να τον προσέχω σαν γεράκι στη σκηνή — πάντα προετοιμασμένος για τις θεατρικές του κινήσεις και έτοιμος να αυτοσχεδιάσω», θυμάται ο Peter Hince.
Παρά τη λάμψη και το δέος που προκαλούσαν χώροι όπως το Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, ο Hince παρέμενε προσηλωμένος στο τεχνικό σκέλος. Ο θόρυβος του κοινού γινόταν συχνά ένας μακρινός απόηχος μπροστά στην ευθύνη της σωστής λειτουργίας του εξοπλισμού.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω μέσα από παλιά βίντεο, ο Hince αντιλαμβάνεται τη μοναδικότητα εκείνης της περιόδου. Η ενέργεια και η ενότητα που δημιουργούσε το συγκρότημα με το κοινό του ήταν κάτι το σχεδόν μεταφυσικό, ένα κοινό βίωμα που ένωνε χιλιάδες ανθρώπους.
Η επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες ήρθε ορμητικά το 1980, με singles όπως τα «Crazy Little Thing Called Love» και «Another One Bites the Dust» να καταλαμβάνουν την κορυφή. Μαζί με την εμπορική επιτυχία ήρθαν και οι τιμητικές διακρίσεις.
Ανάμεσα σε αυτές ήταν και ένα ιδιαίτερο δώρο: ένα χρυσό μικρόφωνο Shure 565 SD, το οποίο απονεμήθηκε από το περιοδικό Shure/Circus για τον τίτλο του Συγκροτήματος της Χρονιάς. Πρόκειται για μία έκδοση με χρυσό φινίρισμα, όμοια με το μικρόφωνο που χρησιμοποιούσε ο Freddie Mercury στις ζωντανές του εμφανίσεις.
«Ο Fred μου το έδωσε και είπε: “Εσύ προσέχεις τα μικρόφωνά μου και τα πράγματά μου — εσύ πρέπει να έχεις το βραβείο!”. Ήταν παιχνιδιάρης και γενναιόδωρος. Ήμουν ευγνώμων, αλλά δεν σήμαινε και τόσα πολλά εκείνη την εποχή», αναφέρει ο Hince.
Αυτό το ιστορικό κειμήλιο, το οποίο ο Mercury χρησιμοποίησε αργότερα στην εκπομπή «Top of the Pops» το 1982, βγαίνει τώρα σε δημοπρασία για πρώτη φορά. Η πώληση θα πραγματοποιηθεί στις 30 Απριλίου 2026 από την Propstore, με την τιμή εκτίμησης να κυμαίνεται μεταξύ 39.600 και 79.200 δολαρίων.
Για τον Hince, η απόφαση να αποχωριστεί αυτό το αντικείμενο δεν ήταν δύσκολη. Το μικρόφωνο βρισκόταν φυλαγμένο σε ένα ντουλάπι για δεκαετίες, μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων που θα μπορούσαν να το εκτιμήσουν πραγματικά.
«Δεν είμαι συλλέκτης, οπότε νιώθω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να το παραδώσω σε έναν από τους πολλούς θαυμαστές των Queen που θα το εκτιμήσει και θα το απολαύσει πραγματικά. Ήμουν αρκετά τυχερός που βρισκόμουν εκεί με τους Queen και τα έζησα όλα από πρώτο χέρι — αυτές οι αναμνήσεις σημαίνουν πολύ περισσότερα για μένα», εξηγεί με ειλικρίνεια.
Στην ίδια δημοπρασία περιλαμβάνονται και άλλα προσωπικά αντικείμενα, όπως ένα ντέφι που χρησιμοποιήθηκε επί σκηνής και μία ρόμπα από τα παρασκήνια που ανήκε στον θρυλικό τραγουδιστή. Ωστόσο, υπάρχουν πράγματα που ο Hince δεν πρόκειται να πουλήσει ποτέ.
Στην προσωπική του συλλογή κρατά τα αναμνηστικά από το Live Aid, χρυσούς δίσκους, προγράμματα περιοδειών και τις κάρτες παρασκηνίων. Ξεχωριστή θέση στην καρδιά του έχει μία προσωπική χριστουγεννιάτικη κάρτα από τον Freddie, ένα κειμήλιο που σκοπεύει να κληροδοτήσει στην οικογένειά του.
Η αναπόληση εκείνης της εποχής φέρνει στο φως μία μουσική βιομηχανία που λειτουργούσε με τελείως διαφορετικούς όρους. Ήταν μία εποχή ελευθερίας, δημιουργικότητας και σκληρής δουλειάς, όπου η διασκέδαση και ο επαγγελματισμός πήγαιναν χέρι-χέρι.
«Αυτές οι εμπειρίες και το πνεύμα εκείνης της εποχής είναι αυτά που μου μένουν περισσότερο. Το ότι κέρδισα τον Fred στο Scrabble ήταν μία κορυφαία στιγμή· αγαπούσε το παιχνίδι και ήταν πολύ καλός σε αυτό. Το Live Aid, φυσικά, και απλώς το να είμαι μέρος μιας τέτοιας απίστευτης περιπέτειας», καταλήγει ο Hince.
Σήμερα, στα εβδομήντα του χρόνια, ο άνθρωπος που κάποτε διαχειριζόταν τον ήχο και την εικόνα του μεγαλύτερου showman στον κόσμο, κοιτάζει το μέλλον με γαλήνη. Οι εγγραφές για τη δημοπρασία έχουν ήδη ξεκινήσει, δίνοντας την ευκαιρία σε μία νέα γενιά να αποκτήσει ένα κομμάτι από τη μαγεία που ο ίδιος έζησε από την πρώτη γραμμή.
Είναι το κλείσιμο ενός κύκλου και η αρχή ενός νέου, όπου τα αντικείμενα αλλάζουν χέρια, αλλά οι ιστορίες παραμένουν ζωντανές μέσα από τις αφηγήσεις εκείνων που ήταν παρόντες όταν γραφόταν η ιστορία.
