Ο πρώην ντράμερ των Slipknot, Jay Weinberg, μιλά για τις νομικές απαγορεύσεις που περιόριζαν τη δημιουργικότητά του για μία δεκαετία, εξηγώντας πώς η απόλυσή του από το συγκρότημα εξελίχθηκε σε μία αναπάντεχη καλλιτεχνική απελευθέρωση.
Η πραγματικότητα πίσω από τη μάσκα ενός συγκροτήματος όπως οι Slipknot δεν περιλαμβάνει μόνο sold-out αρένες, αλλά και αυστηρούς εταιρικούς περιορισμούς. Ο πρώην ντράμερ τους, Jay Weinberg, έφερε στην επιφάνεια το παρασκήνιο της δεκαετούς θητείας του, αποκαλύπτοντας πως τα συμβόλαιά του τού απαγόρευαν νομικά να κυκλοφορεί μουσική με άλλους καλλιτέχνες.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εκπομπή «Loyal to the Craft», ο μουσικός περιέγραψε το ασφυκτικό πλαίσιο που βίωσε από τα τέλη του 2013 έως και την ξαφνική απομάκρυνσή του το φθινόπωρο του 2023. Ο ίδιος εξήγησε ότι αναγκάστηκε να κρατά ιδέες και ολοκληρωμένα τραγούδια κλειδωμένα στο συρτάρι του, καθώς οι νομικές του δεσμεύσεις δεν του επέτρεπαν να τα μοιραστεί με το κοινό.
«Χωρίς να δίνω υπερβολική προσοχή σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση, το να μην έχω τη νομική δυνατότητα να παίζω μουσική με άλλους ανθρώπους ήταν σίγουρα δύσκολο», δήλωσε ο ντράμερ.
Αφορμή για αυτή την εξομολόγηση στάθηκε η πρόσφατη συνεργασία του με το καναδικό ντουέτο Softcult στο τραγούδι «Drown Fountain». Το συγκεκριμένο τραγούδι αποτελεί μία παλιά ιδέα που παρέμενε παγωμένη εξαιτίας των παλαιότερων συμβατικών του υποχρεώσεων.
«Είχα αυτό το τραγούδι στα σκαριά από το 2013. Και μεγάλο μέρος αυτού του υλικού είναι πράγματα που δούλευα και τελειοποιούσα για χρόνια», ανέφερε ο Weinberg.
«Χωρίς να εστιάζω υπερβολικά σε μία μόνο κατάσταση, το να μην έχεις τη νομική δυνατότητα να παίζεις μουσική με άλλους ήταν αναμφίβολα δύσκολο, γιατί βλέπω τη μουσική, τουλάχιστον τη δημιουργία και το μοίρασμά της, ως μία διπλή διαδικασία», εξήγησε ο μουσικός.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας, ο Weinberg συνέχιζε να γράφει μουσική και να συνεργάζεται σε ιδιωτικό επίπεδο με φίλους του, γνωρίζοντας όμως εκ των προτέρων ότι τίποτα από αυτά δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει. Αυτή η συνεχής καταπίεση είχε σοβαρό αντίκτυπο στην ψυχολογία του.
«Παρόλο που ήμουν εξαιρετικά αφοσιωμένος σε μία πλευρά της δημιουργικής μου ζωής και χαιρόμουν γι’ αυτό, ένα μικρό κομμάτι του δημιουργικού μου εαυτού πέθαινε σίγουρα, επειδή αυτά είναι πράγματα που σημαίνουν πολλά για μένα», συνέχισε ο ντράμερ.
«Πρόκειται για τραγούδια που, ακόμα και 13 χρόνια μετά την αρχική τους σύλληψη, νιώθω το πάθος να προσπαθήσω να τα φτάσω στη γραμμή του τερματισμού και είναι συναισθηματικά ικανοποιητικό για μένα να τα κυκλοφορώ εκεί έξω», πρόσθεσε.
Η στάση του αυτή αναδεικνύει την ανάγκη του για διαρκή πειραματισμό πέρα από τα στενά όρια ενός και μόνο μουσικού σχήματος. Για έναν πολυπράγμονα οργανοπαίκτη, η συνύπαρξη με διαφορετικές καλλιτεχνικές φωνές λειτουργεί ως βασική πηγή οξυγόνου.
«Πάντα θεωρούσα υγιές πράγμα να μπορείς να παίζεις και να δημιουργείς με ανθρώπους από κάθε είδους υπόβαθρο», είπε ο ίδιος.
«Αυτό ακριβώς κάνω με αυτή τη μουσική, όπου είμαι ο βασικός τραγουδοποιός και παίζω τα περισσότερα όργανα, αλλά μετά πλησιάζω φίλους για να φτάσουμε στη γραμμή του τερματισμού», συμπλήρωσε.
Από τη στιγμή που οι δρόμοι του με τους Slipknot χώρισαν, ο Weinberg έχει επιδοθεί σε έναν πραγματικό δημιουργικό μαραθώνιο. Περιόδευσε με τους θρυλικούς Suicidal Tendencies, μπήκε στο στούντιο με τους Fuming Mouth, δημιούργησε το νέο συγκρότημα Portraits of an Apparition και ηχογράφησε το πρώτο του προσωπικό υλικό.
Το τέλος της συνεργασίας του με τους Slipknot το φθινόπωρο του 2023 υπήρξε απότομο και ψυχρό, αποδεικνύοντας τη σκληρή επιχειρηματική φύση των μεγάλων σχημάτων της metal σκηνής. Το συγκρότημα έκανε λόγο για μία «δημιουργική απόφαση», ενημερώνοντάς τον μέσω του μάνατζέρ τους ότι το συμβόλαιό του δεν θα ανανεωθεί.
Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Rolling Stone τον περασμένο Απρίλιο, ο ντράμερ είχε μιλήσει για το σοκ της απόλυσης μετά από δέκα χρόνια αδιάκοπης προσφοράς. Η απομάκρυνσή του έγινε χωρίς ουσιαστικό διάλογο, αφήνοντας πίσω του αναπάντητα ερωτήματα.
«Ήρθε μετά από μία εξαιρετικά τεταμένη χρονιά για το συγκρότημα, πράγματα που μπορούσα να δω μόνο ως εξωτερικός παρατηρητής σε σχέσεις που μετρούν 25 χρόνια βάθος», είπε ο Weinberg.
«Ήρθε χωρίς καμία εξήγηση, χωρίς κανέναν λόγο. Ήταν μπερδεμένο τότε. Αν είμαι απολύτως ειλικρινής, παραμένει μπερδεμένο», κατέληξε.
Η περίπτωση του Weinberg αποτυπώνει ανάγλυφα το καθεστώς που επικρατεί συχνά στα ιστορικά συγκροτήματα, όπου τα νεότερα μέλη αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι υπάλληλοι. Παρά τη δεκαετή του αφοσίωση σε απαιτητικές παγκόσμιες περιοδείες και ηχογραφήσεις, τα ασφυκτικά συμβόλαια λειτούργησαν ως δημιουργικός ζουρλομανδύας.
Η ειρωνεία είναι ότι η απόλυσή του λειτούργησε τελικά ως το ιδανικό έναυσμα για να ανακτήσει τον έλεγχο της καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Ελεύθερος πλέον από νομικούς περιορισμούς, ο Jay Weinberg αποδεικνύει ότι η γνήσια δημιουργικότητα βρίσκει πάντα διέξοδο όταν σπάνε τα δεσμά των εταιρικών συμβολαίων.
