Στην πέμπτη ακροαματική διαδικασία, η ένταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα, με την εταιρεία των ILLIT να κάνει λόγο για υπολογισμένη επίθεση και τη Min Hee-jin να υπερασπίζεται την επαγγελματική κρίση της, αρνούμενη τη νομική διάσταση της αντιγραφής.
Η δικαστική διαμάχη που έχει συγκλονίσει τα θεμέλια της βιομηχανίας της K-pop, φέρνοντας αντιμέτωπες δύο από τις πιο επιδραστικές οντότητες του χώρου, συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Την Παρασκευή, η αίθουσα του Κεντρικού Πρωτοδικείου της Σεούλ μετατράπηκε για άλλη μία φορά σε πεδίο μάχης μεταξύ της Belift Lab και της πρώην διευθύνουσας συμβούλου της ADOR, Min Hee-jin. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκονται οι ισχυρισμοί περί αντιγραφής που αφορούν δύο από τα πιο δημοφιλή γυναικεία συγκροτήματα της εποχής: τις νεοφώτιστες ILLIT και το φαινόμενο που ακούει στο όνομα NewJeans.
Η υπόθεση, η οποία έχει λάβει διαστάσεις «εμφυλίου πολέμου» στους κόλπους του κολοσσού της HYBE, κλιμακώθηκε κατά την πέμπτη ακρόαση της αγωγή αποζημίωσης. Οι δύο πλευρές διαφώνησαν έντονα και σε υψηλούς τόνους σχετικά με τη φύση των δημόσιων τοποθετήσεων της Min Hee-jin, με το βασικό ερώτημα να παραμένει: οι δηλώσεις της συνιστούσαν δυσφήμιση ή προστατευόμενη έκφραση γνώμης;
Η Belift Lab, θυγατρική της HYBE και η εταιρεια που βρίσκεται πίσω από τη δημιουργία των ILLIT, κατέθεσε την αγωγή ύψους 2 δισεκατομμυρίων γουόν (περίπου 1,37 εκατομμύρια δολάρια) τον Ιούνιο του 2024.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η Min χρησιμοποίησε εν γνώσει της τις κατηγορίες περί λογοκλοπής —οι οποίες θεωρούνται ευρέως ως μία από τις πιο καταστροφικές ρετσινιές στη βιομηχανία της K-pop— για να υπονομεύσει την εταιρική αξία της HYBE και να ενισχύσει τη δική της θέση εν μέσω της εσωτερικής διαμάχης που είχε ξεσπάσει.
Σύμφωνα με τη νομική ομάδα της Belift Lab, οι ενέργειες της Min δεν ήταν αυθόρμητες, αλλά αποτελούσαν μέρος ενός «στρατηγικού παιχνιδιού στα μέσα ενημέρωσης». Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, οι δικηγόροι της Belift Lab ήταν καταπέλτες. Υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί πως οι ILLIT αντέγραψαν τις NewJeans ήταν ψευδείς και αστήρικτοι.
Μάλιστα, προσκόμισαν ως αποδεικτικά στοιχεία ιδιωτικά μηνύματα κινητής τηλεφωνίας που ανταλλάχθηκαν μεταξύ της Min και στενών συνεργατών της, τα οποία, σύμφωνα με την εταιρεία, έρχονται σε πλήρη αντίφαση με τις δημόσιες διαβεβαιώσεις της.
«Η εναγόμενη (Min) είχε πλήρη επίγνωση του αντίκτυπου που θα είχαν τέτοιοι ισχυρισμοί», δήλωσε χαρακτηριστικά η νομική ομάδα της Belift Lab στο δικαστήριο.
Η πλευρά της Belift Lab προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, τονίζοντας ότι οι ILLIT δεν αντέγραψαν ούτε συμβουλεύτηκαν κανένα εσωτερικό έγγραφο σχεδιασμού που αφορούσε τις NewJeans.
Επίσης, κατήγγειλε ότι η απόφαση της Min να θέσει το ζήτημα δημόσια μέσω μιας συνέντευξης Τύπου προκάλεσε «ανεπανόρθωτη βλάβη» στα μέλη των ILLIT, πολλά από τα οποία είναι ανήλικα κορίτσια που βρέθηκαν ξαφνικά στο μάτι του κυκλώνα, δεχόμενα διαδικτυακό εκφοβισμό και αρνητικά σχόλια.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά παράνομη πράξη. Ήδη από προηγούμενη ακρόαση τον περασμένο Νοέμβριο, η Belift Lab είχε διατηρήσει τη θέση ότι τα στοιχεία που επικαλέστηκε η Min —συμπεριλαμβανομένων των visual concepts και των στιλιστικών επιλογών— εμπίπτουν εκτός του πεδίου προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων και αποτελούν κοινές πρακτικές εντός της βιομηχανίας.
Από την αντίπερα όχθη, η νομική ομάδα της Min Hee-jin απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι οι δηλώσεις της παρερμηνεύτηκαν σκόπιμα. Η υπερασπιστική γραμμή της Min βασίστηκε στη λεπτή διάκριση μεταξύ της «νομικής λογοκλοπής» και της «μίμησης ύφους».
«Δεν υποστήριξε ποτέ τη λογοκλοπή με τη νομική έννοια», ανέφεραν οι δικηγόροι της, υποστηρίζοντας ότι η Min αναφέρθηκε στη «μίμηση» ως θέμα άποψης και καλλιτεχνικής κρίσης, και όχι ως «μηχανική αναπαραγωγή», η οποία συνιστά λογοκλοπή κατά το νόμο.
Για να στηρίξουν τα λεγόμενά τους, οι δικηγόροι της Min παρουσίασαν στο δικαστήριο έναν κατάλογο ομοιοτήτων που ισχυρίζονται ότι είναι χαρακτηριστικές και για τα δύο συγκροτήματα.
Αυτές οι ομοιότητες δεν περιορίζονται μόνο στη μουσική, αλλά εκτείνονται σε όλο το φάσμα της ταυτότητας των γκρουπ: από το branding των ακροάσεων, τα χαρακτηριστικά σημεία της χορογραφίας και τις στρατηγικές του ντεμπούτου, μέχρι τους χρωματικούς συνδυασμούς των φωτογραφίσεων, τις γραμματοσειρές, ακόμη και τον σχεδιασμό του CD.
Η ομάδα της Min προχώρησε επίσης σε μία σοβαρή καταγγελία, ισχυριζόμενη ότι η Belift Lab είχε πρόσβαση σε εσωτερικό υλικό σχεδιασμού της ADOR, γεγονός που, όπως λένε, οδήγησε τελικά στην απαξίωση της εταιρείας και σε οικονομικές απώλειες για την ίδια τη Min.
Ένα ακόμη σημείο τριβής ήταν το ποιος ευθύνεται για την έναρξη αυτού που η Belift Lab περιέγραψε ως «πόλεμο των μέσων ενημέρωσης». Η εταιρεία κατηγόρησε τη Min ότι διοχέτευσε τους ισχυρισμούς περί λογοκλοπής στον Τύπο πριν από τη συνέντευξη Τύπου της, προετοιμάζοντας το έδαφος για την επίθεση.
Η ομάδα της Min αντέκρουσε αυτό το επιχείρημα, τονίζοντας ότι οι συζητήσεις για τις ομοιότητες είχαν ήδη ξεκινήσει αυθόρμητα στις διαδικτυακές κοινότητες και μεταξύ των μουσικών κριτικών, πολύ πριν η ίδια τοποθετηθεί επίσημα.
«Το ζήτημα είχε ήδη τεθεί δημόσια», δήλωσε η νομική ομάδα της Min, προσθέτοντας ότι τα σχόλιά της ήταν μία δικαιολογημένη απάντηση που έγινε υπό την ιδιότητά της ως παραγωγού των NewJeans, προκειμένου να προστατεύσει την αυθεντικότητα του έργου της.
Επιπλέον, υποστήριξαν ότι εάν η Belift Lab ήθελε πραγματικά να αντικρούσει τους ισχυρισμούς, θα μπορούσε να υποβάλει τα πρωτότυπα έγγραφα σχεδιασμού της στο δικαστήριο για σύγκριση.
«Αυτές οι δηλώσεις αποτελούσαν θεμιτή έκφραση επαγγελματικής γνώμης», κατέληξε ο δικηγόρος της Min, προσπαθώντας να αποσυνδέσει την κριτική της πελάτισσάς του από την έννοια της δυσφήμισης.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι απλώς μία νομική διαμάχη· είναι ένας καθρέφτης των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η σύγχρονη K-pop βιομηχανία, όπου η γραμμή μεταξύ έμπνευσης, τάσης και αντιγραφής είναι συχνά δυσδιάκριτη.
Η έκβαση της δίκης αναμένεται να δημιουργήσει δεδικασμένο για το πώς ορίζεται η πνευματική ιδιοκτησία στο εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον των idol groups, αλλά και για τα όρια της δημόσιας κριτικής μεταξύ στελεχών της ίδιας μητρικής εταιρείας.
Το δικαστήριο όρισε την έκτη ακρόαση για τις 27 Μαρτίου, όπου αναμένεται να φωτιστούν περαιτέρω οι πτυχές αυτής της πολυσύνθετης υπόθεσης. Μέχρι τότε, η «σκιά» της αντιγραφής θα συνεχίσει να πλανάται πάνω από τις ILLIT, ενώ η Min Hee-jin θα συνεχίσει να μάχεται για τη δικαίωση της καλλιτεχνικής υπόστασης της.
