Ο Bruce Springsteen μιλά για τη λογοκρισία, την ελπίδα και το μοναδικό του karaoke, με τον Jeremy Allen White στο πλευρό του.
Ο Bruce Springsteen εμφανίστηκε στην τηλεοπτική εκπομπή «Jimmy Kimmel Live!», και όπως θα περίμενε κανείς, δεν αρκέστηκε σε φολκ αναμνήσεις ή ανέμελες κουβέντες. Αντίθετα, έδωσε στο κοινό κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: λόγια ελπίδας, ευθύνης και διαύγειας, σε μία εποχή όπου η σύγχυση, η διχόνοια και η λογοκρισία τείνουν να μονοπωλούν το δημόσιο λόγο.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης — που έγινε με την παρουσία του Jeremy Allen White, πρωταγωνιστή της βιογραφικής ταινίας «Deliver Me From Nowhere» — ο Jimmy Kimmel ζήτησε από τον Springsteen να σχολιάσει την κατάσταση της Αμερικής και του κόσμου.
Η απάντηση του 76χρονου καλλιτέχνη ήταν όσο λακωνική, τόσο και καίρια.
«Για πενήντα χρόνια, ήμουν κατά κάποιον τρόπο μουσικός πρεσβευτής της Αμερικής σε όλο τον κόσμο. Έχω αυτό το τραγούδι, το “Land of Hope and Dreams”, που είναι κάτι σαν προσευχή προς τη χώρα, και το παίζουμε κάθε βράδυ», είπε.
«Ξέρω με βεβαιότητα ότι έτσι συνεχίζουν να βλέπουν πολλοί άνθρωποι σε όλο τον κόσμο τη χώρα μας. Όχι ως μία χώρα φόβου, όχι ως διχαστική, όχι ως χώρα κυβερνητικής λογοκρισίας, ούτε ως χώρα μίσους. Και βασικά πιστεύω ότι αυτή είναι μία Αμερική που αξίζει να πολεμήσεις για αυτή», συνέχισε.
Η δήλωση αυτή ήρθε με τη δύναμη όχι μόνο της πολιτικής άποψης, αλλά της μαρτυρίας ενός ανθρώπου που έχει περάσει μισό αιώνα ταξιδεύοντας σε κάθε γωνιά του πλανήτη, εκπροσωπώντας κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.
Το «Land of Hope and Dreams» δεν είναι απλώς ένα τραγούδι. Είναι για τον Springsteen ένα είδος εθνικής προσευχής — μιας υπενθύμισης για το τι είναι η Αμερική όταν κοιτά τον εαυτό της με θάρρος.
Η υπόλοιπη συζήτηση, πάντως, κύλησε πιο ανάλαφρα. Ο Bruce Springsteen και ο Jeremy Allen White μίλησαν για την ταινία «Deliver Me From Nowhere», που καταγράφει τη δημιουργική περίοδο του Springsteen γύρω από το άλμπουμ «Nebraska». Ο τραγουδιστής θυμήθηκε επίσης την ιστορία πίσω από το πώς έκλεψε τον τίτλο «Born in the U.S.A.» από ένα σενάριο που του είχε στείλει ο σκηνοθέτης Paul Schrader.
Μάλιστα, αναφέρθηκε και στο επερχόμενο box set «Nebraska ’82», το οποίο θα περιλαμβάνει, επιτέλους, την περιβόητη ηλεκτρική εκδοχή του άλμπουμ, ηχογραφημένη από την E Street Band — μία κυκλοφορία που εδώ και δεκαετίες κυκλοφορεί ως μύθος ανάμεσα στους φανατικούς του.
Κι όμως, ανάμεσα στα πολιτικά σχόλια και τα μουσικά ιστορικά, υπήρξε και μία απολαυστική αποκάλυψη: η πρώτη —και μοναδική— φορά που ο Bruce Springsteen έκανε karaoke.
«Ήμουν στο Λονδίνο, σε ένα μικρό μπαρ, έκαναν karaoke, και λέω “Θα σηκωθώ να κάνω karaoke!”», θυμήθηκε γελώντας. Επέλεξε το τραγούδι «Ain’t Too Proud to Beg» των Temptations και φυσικά, όντας ο Bruce Springsteen, περίμενε ότι με το που ανέβει στη σκηνή και τραγουδήσει «μερικές νότες», το μαγαζί θα εκραγεί.
Αντί γι’ αυτό, όπως είπε: «Ανέβηκα, άρχισα να τραγουδάω, και με πέρασαν απλώς για έναν ακόμα μαλ*** που σηκώθηκε να κάνει karaoke! Ήταν πολύ απογοητευτικό· δεν το ξαναέκανα ποτέ».
Η αντίθεση ανάμεσα στη μεγαλοπρέπεια των τραγουδιών του και την ανθρώπινη αμηχανία μιας βραδιάς karaoke είναι σχεδόν ποιητική. Ο Springsteen αποδεικνύει, ακόμη μία φορά, ότι πίσω από το «Boss» υπάρχει ένας απλός άνθρωπος με χιούμορ, αυτογνωσία και ευθύνη απέναντι στον κόσμο που τον ακούει.
Σε μία εποχή όπου η τέχνη βρίσκεται ξανά στο στόχαστρο και η δημόσια έκφραση απειλείται από κυβερνητικές παρεμβάσεις και πολιτικές πιέσεις, η φωνή του Bruce Springsteen έρχεται σαν υπενθύμιση: Η Αμερική —και κάθε χώρα που αξίζει να αγαπιέται— δεν πρέπει να είναι σύμβολο φόβου ή ελέγχου, αλλά ελπίδας, προσευχής και ονείρου.
Και όπως αποδεικνύει ο ίδιος, αυτή η ελπίδα δεν χάνεται, ούτε καν σ’ ένα αποτυχημένο βράδυ karaoke στο Λονδίνο.
