Όταν η σύγχρονη pop της Charli XCX συναντά τον μύθο της avant-garde μουσικής του John Cale, γεννιέται ένα ακουστικό όραμα γεμάτο πάθος, τρόμο και ποίηση – μία ωδή στην «κομψότητα και τη βία».
Σε μία απροσδόκητη, αλλά καθηλωτική συνεργασία, η Charli XCX ενώνει τις δυνάμεις της με τον John Cale – το μυθικό μέλος των Velvet Underground – χαρίζοντας ένα νέο τραγούδι με τίτλο «House», το οποίο συνοδεύεται από ένα αποκαλυπτικά σκοτεινό και ποιητικά άβολο μουσικό βίντεο.
Το τραγούδι προορίζεται για το soundtrack της πολυαναμενόμενης κινηματογραφικής διασκευής του μυθιστορήματος «Ανεμοδαρμένα Ύψη» (Wuthering Heights) από την Emerald Fennell. Γεφυρώνοντας τη σύγχρονη pop ευαισθησία με την υπόγεια τελετουργία της avant-garde μουσικής, το «House» ξαναπιάνει τον μίτο της ωμής συναισθηματικής έντασης που διατρέχει το έργο της Emily Brontë.
Η δημιουργία του τραγουδιού ξεκινά με μία ακαθόριστη εμμονή. Η Charli XCX παραδέχεται ότι αφετηρία στάθηκε το ντοκιμαντέρ «The Velvet Underground» που σκηνοθέτησε το 2021 ο Todd Haynes. Από όσα άκουσε, μία ιδέα του John Cale τής καρφώθηκε στο μυαλό: ότι «κάθε τραγούδι πρέπει να είναι και κομψό και βίαιο».
«Σημείωσα αυτή τη φράση στην εφαρμογή των σημειώσεών μου», αποκαλύπτει. «Την ανέσυρα ξανά και ξανά. Δεν μπορούσα να την ξεχάσω — με στοίχειωνε».
Κατά τη διάρκεια μίας στάσης της περιοδείας της στο Ώστιν του Τέξας, μαζί με τον στενό συνεργάτη της Finn Keane, μπήκαν στο στούντιο για να διαμορφώσουν την αρχική ιδέα. Έγραψαν τον σκελετό αυτού που τελικά έγινε το «House». Η σκέψη του John Cale δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό της. Και κάποια στιγμή, όταν το καλοκαίρι πια είχε τελειώσει, η Charli XCX αποφάσισε να πάρει το θάρρος να του τηλεφωνήσει.
Στην πρώτη τους συνομιλία, η Charli XCX έστειλε στον John Cale αρκετά κομμάτια —μεταξύ αυτών και ένα πρώτο προσχέδιο του «House»— και του μίλησε για την επιρροή του στα τραγούδια που έγραφε. Ο Cale ανταποκρίθηκε με κάτι μοναδικό: ένα ποίημα, σκοτεινό και σχεδόν τοξικά ειλικρινές, που η Charli περιγράφει λιτά αλλά αποκαλυπτικά: «Με έκανε να δακρύσω». Το ποίημα ενσωματώθηκε στο τραγούδι και στο βίντεο, δίνοντας του μία στοιχειωμένη διάσταση αποδοχής και εξομολόγησης.
Στο video clip, σκηνοθετημένο από τον Mitch Ryan, οι δύο καλλιτέχνες βρίσκονται απομονωμένοι σε ένα απομονωμένο, σχεδόν υπερφυσικό σπίτι — ένα μέρος γεμάτο ανείπωτη ανησυχία.
Η Charli XCX λούζει το δέρμα της με λιωμένο κερί, οι σκιές μετακινούνται σιωπηλά στο υπόβαθρο, και κοράκια πετούν αργά, σχεδόν μνημονικά. Η μουσική είναι γεμάτη ένταση, με διαπεραστικές χορδές και έναν ήχο που σταδιακά διογκώνεται έως το σημείο μίας ηχητικής καταρράκωσης.
Μέσα από όλο αυτό, η φωνή του John Cale δηλώνει με απόκοσμη ψυχραιμία: «Μπορώ να σου μιλήσω ιδιαιτέρως για λίγο; Θέλω απλώς να εξηγήσω… να εξηγήσω τις συνθήκες στις οποίες βρίσκομαι… Ποιος και τι είμαι στ’ αλήθεια… Είμαι αιχμάλωτος… Να ζω για πάντα».
Το «House» αποτελεί την πρώτη κυκλοφορία της Charli XCX μετά από περισσότερο το περίφημο άλμπουμ «Brat» και το remix album «Brat and It’s Completely Different but Also Still Brat». Καθώς η ίδια προετοιμάζει μία εντελώς νέα κατεύθυνση μέσα από την είσοδό της στον κινηματογράφο, θέλησε να ξεφύγει από τον προηγούμενο δίσκο της και να βυθιστεί σε έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό.
«Όταν σκέφτομαι το “Ανεμοδαρμένα Ύψη”», γράφει Charli, «σκέφτομαι το πάθος και τον πόνο. Σκέφτομαι την Αγγλία. Τις Μούρες, τη λάσπη και το κρύο. Την επιμονή και το πείσμα».
Η συνεργασία με την Emerald Fennell δεν ξεκίνησε με μεγαλεπήβολες προθέσεις. Αρχικά της ζητήθηκε απλώς να γράψει ένα τραγούδι. Αλλά η Charli και ο Keane ένιωσαν τόσο βαθιά συναισθηματική σύνδεση με την ιστορία της Fennell που, όπως εξηγεί, «αντί για ένα, αρχίσαμε να γράφουμε πολλά τραγούδια».
Το έργο μετατράπηκε σε μία πλήρη μουσική εξερεύνηση του κόσμου της Brontë, συνδέοντας το λογοτεχνικό πάθος με την κινηματογραφική αφήγηση και ένα μουσικό σύμπαν που κυμαίνεται από το gothic ως το ηλεκτρονικό στοιχείο.
Το ηχητικό τοπίο που διαμορφώνει το «House» μοιάζει με τοπίο της Βόρειας Αγγλίας, απ’ όπου προέρχεται και το ίδιο το μυθιστόρημα. Είναι ένα άγριο, υγρό και ανελέητο περιβάλλον, όπως αυτό που κατοικούν οι χαρακτήρες της Brontë.
Ο John Cale, με την εμπειρία μίας ζωής στην περιπέτεια της σύγχρονης μουσικής, επιστρέφει σαν φάντασμα για να δώσει στο έργο την ψυχή του. Ο λόγος του – ανάμεσα σε ποίηση και προσευχή – δεν περιγράφει ούτε ήρωες, ούτε ρομαντικά πάθη. Μιλά για την αιώνια παγίδευση, την υπαρξιακή αγωνία που συνυπάρχει στη φύση της αγάπης, ακριβώς όπως συμβαίνει στο βιβλίο. Δεν αναπαριστά, αποκαλύπτει.
Το «House» δεν είναι ένα εμπορικό τραγούδι. Δεν προορίζεται για τις λίστες αναπαραγωγής ξέγνοιαστων βραδιών. Είναι μία τελετουργία, ένα βίωμα, μία σκοτεινή κατάδυση σε έναν κόσμο όπου το κομψό και το βίαιο σπρώχνονται χέρι-χέρι προς την άβυσσο. Μέσα από αυτή τη συνεργασία, η Charli XCX σηματοδοτεί μία νέα εποχή για την καλλιτεχνική της ταυτότητα: λιγότερο «brat», περισσότερο ποίηση και φαντάσματα.
Η μουσική για τη διασκευή του «Ανεμοδαρμένα Ύψη» δεν είναι η μοναδική ενασχόληση της Charli XCX με τον κινηματογράφο. Στο οπλοστάσιό της βρίσκονται πληθώρα συμμετοχών σε επερχόμενες ταινίες, μεταξύ των οποίων το «Faces of Death» του Daniel Goldhaber, το «I Want Your Sex» του Gregg Araki, το «The Gallerist» της Cathy Yan και το «100 Nights of Hero» της Julia Jackman. Ακόμη, θα πρωταγωνιστήσει στο «Sacrifice» του Romain Gavras και στο «Erupcja» του Pete Ohs.
Από την πλευρά του, ο John Cale κυκλοφόρησε πρόσφατα το 18ο του δίσκο, με τίτλο «POPtical Illusion», αποδεικνύοντας πως δεν επαναπαύεται ποτέ στα επιτεύγματά του.
Η μαγεία του «House» δεν έγκειται μόνο στη συνεργασία δύο καλλιτεχνών από εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Είναι η σύγκλιση των αντιθέτων: της νεύρωσης με τη γαλήνη, της παράδοσης με το μέλλον, της τεχνητής με την ανθρώπινη φωνή, της pop αισθητικής με την τραγική λογοτεχνία. Όπως και η φράση που έδωσε την αρχική σπίθα γι’ αυτό, είναι «κομψό και βίαιο». Μια εσωτερική δυσαρμονία που μετατρέπεται σε τέχνη.
Καθώς η ταινία της Emerald Fennell πλησιάζει την κυκλοφορία της, το «House» διαμορφώνεται ως το πνευματικό πρόσημό της. Μια υπενθύμιση ότι ακόμα και στη στριμωγμένη εποχή της ταχείας κατανάλωσης, υπάρχουν καλλιτέχνες που συνεχίζουν να φτιάχνουν τέχνη που αξίζει να ακούγεται, να βλέπεται, να βιώνεται. Όχι επειδή θέλει να αρέσει. Αλλά επειδή έχει κάτι να πει.
