Ένα τηλεοπτικό πείραμα, η αδυναμία μίας μητέρας και μία ευφυής μουσική ραφή γέννησαν το διαχρονικό ντουέτο του David Bowie και του Bing Crosby στο «Peace On Earth/Little Drummer Boy».
Σπάνια η δημοφιλής κουλτούρα προσφέρει στιγμές όπου δύο κόσμοι, φαινομενικά ασύμβατοι, συναντιούνται και παράγουν κάτι αληθινά μαγικό. Η τηλεοπτική συνύπαρξη του David Bowie και του Bing Crosby στο εορταστικό πρόγραμμα «Merrie Olde Christmas» το 1977 είναι μία τέτοια στιγμή.
Ένα ντουέτο που κινδύνευσε να ναυαγήσει πριν καν στηθεί η κάμερα — και που σώθηκε χάρη σε μία εξομολόγηση για τη μητέρα του Bowie, μία ευφυή μουσική ιδέα της τελευταίας ώρας και τη γενναιοδωρία ενός βετεράνου καλλιτέχνη έτοιμου να ρισκάρει.
Το αποτέλεσμα, το «Peace On Earth/Little Drummer Boy», περιέχει μέσα του την τρυφερότητα της μνήμης, το βάρος της ιστορίας και μία γνήσια αίσθηση γιορτής που παραμένει αλώβητη στον χρόνο.
Ο μύθος λέει —και οι συντελεστές το επιβεβαιώνουν— πως ο Bowie είχε έναν και μόνο λόγο για να μπει σε αυτό το τηλεοπτικό στούντιο: τη λατρεία της μητέρας του για τον Bing Crosby. Στο τραπέζι υπήρχε μία ξεκάθαρη πρόταση: ένα ντουέτο στο κλασικό «Little Drummer Boy». Η απάντηση του Bowie υπήρξε ακαριαία και αδιαπραγμάτευτη.
Όπως θυμάται ο σεναριογράφος του «Merrie Olde Christmas», Larry Grossman, ο Bowie δήλωσε: «Δεν θα τραγουδήσω αυτό το τραγούδι. Το μισώ».
Κι όταν οι παραγωγοί επέμειναν, εκείνος έβαλε κόκκινη γραμμή: «Αν πρέπει να το τραγουδήσω, δεν μπορώ να κάνω το σόου». Την ίδια στιγμή, με μία αφοπλιστική ειλικρίνεια που έμελλε να αλλάξει την πορεία του εγχειρήματος, πρόσθεσε: «Το κάνω μόνο επειδή η μητέρα μου λατρεύει τον Bing Crosby».
Αυτό το ευγενές κίνητρο, σχεδόν οικογενειακό στην απλότητά του, έγινε και ο μοχλός που ώθησε τη δημιουργική ομάδα να αναζητήσει λύση.
Ο συνδημιουργός Buz Kohan το περιγράφει ως ένα μικρό θαύμα ταχύτητας: «Αποφασίσαμε πως ο μόνος τρόπος να διασωθεί η ιδέα ήταν να πλέξουμε μία αντίστιξη, μία μελωδία που να κινείται ανάμεσα στις φράσεις του “Little Drummer Boy”, και να γράψουμε μία νέα γέφυρα. Να το παρουσιάσουμε ως αφηγηματικό διάλογο και όχι ως άκαμπτη διασκευή».
Μέσα σε μία ώρα, τον σκελετό του «Peace On Earth» είχαν ήδη τονώσει με άπαιχτη κομψότητα τον αργό ρυθμό του «Little Drummer Boy», προσφέροντας στον Bowie έναν χώρο εκφραστικής ανεξαρτησίας χωρίς να προδώσουν την παράδοση.
Η αντίδραση του Crosby υπήρξε παράδειγμα επαγγελματικής γενναιοφροσύνης και δημιουργικής περιέργειας. «Ο Bing το λάτρεψε ως πρόκληση», θυμάται ο Kohan. «Μεταμορφώθηκε χωρίς να χάσει τους “Crosby-σμούς” — εκείνη την ανάλαφρη γλυκύτητα, την αίσθηση οικειότητας που κουβαλούσε κάθε φορά μπροστά στην κάμερα».
Πράγματι, το ντουέτο χτίστηκε ως διάλογος δύο εποχών: η ζεστή, βαθιά βαρύτητα του Crosby αγκαλιάζει το κρυστάλλινο, μελαγχολικό τόνο του Bowie, ενώ η νεοεισαχθείσα γραμμή του «Peace On Earth» λειτουργεί σαν αρμονική γέφυρα ανάμεσα σε παράδοση και ανανέωση. Το αποτέλεσμα ακουμπά σπάνια ισορροπία: είναι οικείο χωρίς να είναι γλυκερό, σύγχρονο χωρίς να είναι αυθαίρετα ανατρεπτικό.
Το γύρισμα πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1977, και το ντουέτο —σεμνό στην ενορχήστρωσή του, πυκνό στην ατμόσφαιρά του— κλείστηκε στο κεφάλαιο εκείνης της ημέρας σαν μία υπόσχεση για την εορταστική σεζόν που ερχόταν.
Κανείς όμως δεν μπορούσε να προβλέψει τη δραματική τροπή: πέντε εβδομάδες αργότερα, ο Bing Crosby έφυγε αιφνίδια από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 74 ετών.
Το «Merrie Olde Christmas» προβλήθηκε μεταθανάτια στα τέλη Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες μέσω PBS και την Παραμονή των Χριστουγέννων στην Αγγλία, αποκτώντας μία θλιμμένη, σχεδόν τελετουργική αύρα αποχαιρετισμού. Ο καλλιτεχνικός απολογισμός του Crosby φαινόταν να βρίσκει ένα απρόσμενο, συγκινητικό επίμετρο σε αυτή τη συνεργασία με έναν καλλιτέχνη που, τότε, όριζε τις κατευθύνσεις της σύγχρονης μουσικής.
Η ιστορία δεν σταμάτησε στην τηλεόραση. Το 1982, πέντε χρόνια μετά το γύρισμα, η RCA Records κυκλοφόρησε το «Peace On Earth/Little Drummer Boy» ως single.
Αντί για ένα γραμματόσημο νοσταλγίας, το τραγούδι λειτούργησε ως ζωντανός οργανισμός μέσα στις γιορτές: έφτασε στο Νο. 3 του επίσημου βρετανικού singles chart και πούλησε στο Ηνωμένο Βασίλειο πάνω από 400.000 αντίτυπα. Για τον Crosby, υπήρξε ο τελευταίος μεγάλος του θρίαμβος στα charts, για τον Bowie, ένα ακόμη τεκμήριο της ικανότητάς του να γεφυρώνει κόσμους χωρίς να χάνει την ταυτότητά του.
Όταν επιστρέφει κανείς στο βίντεο του ντουέτου, διαβάζει τη σκηνή σαν μικρό θεατρικό: οι δύο άνδρες, καθισμένοι δίπλα στο τζάκι, ανταλλάσσουν ατάκες, και σχεδόν ανεπαίσθητα περνούν στο τραγούδι.
Είναι μία μικρή σκηνοθετική χειρονομία που απαλύνει το πολιτισμικό σοκ — ο «κλασικός» Αμερικανός αοιδός και ο εκλεπτυσμένος Άγγλος χαμαιλέων του rock στηρίζουν ο ένας την παρουσία του άλλου, αλληλοσυμπληρώνονται, δεν αλληλοαναιρούνται.
Το νέο μελωδικό νήμα του «Peace On Earth» αφήνει χώρο στη βαθιά ανάσα του «Little Drummer Boy», η αντίστιξη γεννά νόημα: ειρήνη πάνω στη γη, σε ένα τραγούδι που αρχικά μιλούσε για έναν μικρό τυμπανιστή μπροστά στη φάτνη — δύο γλώσσες, ένα αφήγημα.
Υπάρχει, βέβαια, και η ιστορική ειρωνεία που φορτίζει το τραγούδι με συμβολισμούς. Το γεγονός ότι προβλήθηκε λίγο μετά τον θάνατο του Crosby του χάρισε την ιδιότητα ενός μουσικού επιλόγου για μία ολόκληρη εποχή.
Την ίδια στιγμή, ο Bowie, σε μία περίοδο συνεχούς αναζήτησης και μετουσίωσης, έδειχνε —με σχεδόν μοναστική πειθαρχία— ότι η καινοτομία δεν χρειάζεται απαξίωση του παρελθόντος για να ανθίσει. Η φράση «χωρίς να χάσει τα “Crosby-σμούς”» δεν αφορά μόνο τον τρόπο ερμηνείας, περιγράφει έναν κώδικα ήθους μπροστά στην κάμερα: εγκράτεια, ζεστασιά, ευπρέπεια που δεν στερείται σπιρτάδας.
Το «Merrie Olde Christmas» δεν περιορίστηκε στο ντουέτο. Πλάι στον Bowie και τον Crosby εμφανίστηκαν η Twiggy, ο Ron Moody, ο Stanley Baxter, η παιδική χορωδία Trinity Boys Choir και μέλη της οικογένειας Crosby, συνθέτοντας μία παλέτα από ήχους και πρόσωπα που καθρεφτίζει την εκλεκτική φύση του προγράμματος.
Ωστόσο, είναι το συγκεκριμένο τραγούδι εκείνο που κέρδισε το στοίχημα της διάρκειας. Κάθε Δεκέμβριο, επιστρέφει σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και λίστες αναπαραγωγής ως ένα από τα λίγα εποχικά κομμάτια που ακούγονται σύγχρονα χωρίς να επιδιώκουν μοντερνισμό.
Γιατί όμως αυτό το ντουέτο συγκινεί ακόμη; Ίσως επειδή προτείνει μία ιδέα συμφιλίωσης: δύο αισθητικές σχολές —η βελούδινη παράδοση και η καλλιτεχνική πρωτοπορία— διαλέγονται, αντί να μονομαχούν.
Ίσως επειδή η ιστορία πίσω του είναι τόσο ανθρώπινη: ένας γιος που τιμά τη μητέρα του, επαγγελματίες που αποδέχονται τα όρια και τις εμμονές τους, μία δημιουργική ομάδα που δεν εγκλωβίζεται στο «έτσι το βρήκαμε», αλλά γράφει εκ του μηδενός μία αντίστιξη που αλλάζει τον ρου ενός προγράμματος.
Ίσως τέλος επειδή, κάτω από τη στιχουργική επιφάνεια, το «Peace On Earth/Little Drummer Boy» μιλά για κάτι που υπερβαίνει τα Χριστούγεννα: την επιθυμία να συναντηθούμε στο μέσον, να βρούμε κοινή μελωδία εκεί που αρχικά ακούγονταν δύο ξέχωρες φωνές.
Η κληρονομιά του κομματιού λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η τηλεόραση, όταν συνδυάζει τόλμη και ευγένεια, μπορεί να επινοήσει πολιτισμικές γέφυρες.
Το εορταστικό πρόγραμμα του PBS, μόλις μία ώρα τηλεοπτικού χρόνου, χάρισε στην ιστορία μία στιγμή που κανείς δεν είχε προβλέψει. Και το γεγονός ότι χρειάστηκε ένα «όχι» του Bowie, ειπωμένο με καλλιτεχνική ειλικρίνεια, για να γεννηθεί το «ναι» σε μία νέα σύνθεση, αποδεικνύει πόσο γόνιμη είναι η διαφωνία όταν οδηγεί σε δημιουργία.
Στο τέλος, ίσως το πιο πολύτιμο στοιχείο να είναι εκείνη η αθέατη σκιά πίσω από τα φώτα: η μητέρα που αγαπούσε τον Bing Crosby, ο γιος που θέλησε να της χαρίσει μία στιγμή, ο συγγραφέας που αρνήθηκε να επιμείνει σε μία κακή ιδέα, ο σταρ που δέχτηκε να αλλάξει τροχιά.
Το «Peace On Earth/Little Drummer Boy» δεν είναι απλώς ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Είναι μία υπόδειξη για το πώς η μουσική —και η ζωή— γίνεται καλύτερη όταν την αφουγκραζόμαστε ως διάλογο. Και αυτός ο διάλογος, γεννημένος σε μία ώρα τηλεοπτικού χρόνου, συνεχίζει εδώ και δεκαετίες να ηχεί σαν ευχή: ειρήνη επί γης, σε δύο φωνές που έγιναν μία.
