Στο τρίτο άλμπουμ τους, οι Dry Cleaning αφήνουν πίσω την ταμπέλα του «περίεργου» post-punk συγκροτήματος και παραδίδουν έναν δίσκο συναισθηματικής ωριμότητας, σουρεαλιστικής σάτιρας και μουσικής εξερεύνησης, με την καθοριστική συμβολή της Cate Le Bon.
Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που χωρίζει το επιτηδευμένο από το αληθινά αινιγματικό και οι Dry Cleaning φαίνεται πως έχουν μετατρέψει την ισορροπία πάνω σε αυτή τη γραμμή σε μορφή τέχνης.
Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν στα μουσικά δρώμενα με το EP «Sweet Princess» το 2018, το κουαρτέτο από το Νότιο Λονδίνο προσέλκυσε επίθετα όπως «σουρεαλιστικό», «αινιγματικό» και «δυσνόητο».
Σε μια εποχή που η βρετανική σκηνή κατακλυζόταν από μπάντες που συνδύαζαν post-punk κιθάρες με spoken-word φωνητικά, εκφράζοντας κυρίως θυμό, σαρκασμό ή ευθύβολη κωμωδία, οι Dry Cleaning επέλεξαν τον δρόμο του μυστηρίου.
Τώρα, με το τρίτο τους άλμπουμ «Secret Love», που κυκλοφόρησε από τη 4AD, η Florence Shaw, ο Tom Dowse, ο Nick Buxton και ο Lewis Maynard αποδεικνύουν ότι είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια μπάντα με «περίεργους» στίχους.
Το «Secret Love» αποτελεί την πιο εκλεπτυσμένη μέχρι σήμερα έκφραση της βαθιάς φιλίας που τους ενώνει, κατοχυρώνοντας τη θέση τους στους πρωτοπόρους της σύγχρονης rock σκηνής.
Το άλμπουμ αφθονεί από στίχους που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με σουρεαλιστικά κολάζ: «εξωγήινο μανιτάρι, που πάει γυμναστήριο για να αδυνατίσει», «το σπίτι των ονείρων μου είναι ένας αρνητικός χώρος της rock», ή το αφοπλιστικό «όταν ήμουν παιδί ήθελα να γίνω άλογο, να τρώω κρεμμύδια, καρότα, σέλινο».
Η Shaw έχει χτίσει τη φήμη της πάνω σε αυτή την τεχνική: συλλέγει θραύσματα από συνομιλίες που κρυφακούει, σχόλια στο YouTube, ατάκες από διαφημίσεις και non sequiturs, τα οποία παραδίδει με μια φωνή τόσο παγωμένη που αρνείται να ακουστεί ιδιότροπη.
Έχει χαρακτηριστεί «ανηδονική» και «αχρωματική», αλλά ίσως η πιο εύστοχη περιγραφή είναι ότι ακούγεται ευγενικά βαριεστημένη.
Ωστόσο, στο τραγούδι «Cruise Ship Designer», υπάρχει ένας στίχος που μοιάζει να προορίζεται για να τραβήξει τη μεγαλύτερη προσοχή. Καθώς το κομμάτι οδεύει προς το τέλος του και το δυναμικό riff της κιθάρας καταλήγει σε έναν πρίμο θόρυβο, η Shaw δηλώνει: «Φροντίζω να υπάρχουν κρυμμένα μηνύματα στη δουλειά μου».
Αρχικά, ο στίχος φαίνεται να περιγράφει αυτό ακριβώς που κάνουν οι Dry Cleaning. Άλλωστε, τα τραγούδια τους συχνά μοιάζουν με παζλ προς επίλυση.
Η φωνή της Shaw, που περιστασιακά μεταβαίνει από την ομιλία στο τραγούδι με έναν ανεπιτήδευτο τρόπο, θυμίζει τη φράση του Stuart Moxham των Young Marble Giants για την τραγουδίστριά τους Alison Statton, ότι ακουγόταν «σαν να ήταν στη στάση του λεωφορείου ή κάτι τέτοιο».
Όμως, η πραγματικότητα στο «Cruise Ship Designer» είναι πιο σύνθετη. Η φράση δεν ανήκει στην ίδια τη Shaw, αλλά στον μακάβριο πρωταγωνιστή του τραγουδιού, ο οποίος ξεστομίζει κούφιες κοινοτοπίες για το επάγγελμά του: «Ο σχεδιασμός κρουαζιερόπλοιων είναι, για μένα, προνόμιο και μάθημα… είναι ένα ισχυρό σκάφος για ένα ισχυρό μυαλό».
Στην ουσία, η μπάντα διακωμωδεί την ιδέα του να «φορτώνεις» τη δουλειά σου με κρυμμένα νοήματα ως κάτι απελπιστικά επιτηδευμένο.
Πέρα από την περίεργη εικονοπλασία («αλάτι, ζάχαρη, ζωντανά πανιά πιάτων, φεγγίτης λάβας, στόμα της κόλασης»), τα τραγούδια του «Secret Love» αποκαλύπτυουν ότι το πραγματικό ταλέντο της Florence Shaw βρίσκεται στη δημιουργία ανησυχητικών βινιετών από φαινομενικά συνηθισμένες ζωές που βγαίνουν εκτός ελέγχου.
Στο «My Soul/Half Pint», η αφηγήτρια παρουσιάζει την άρνησή της να καθαρίσει το σπίτι ως μια τολμηρή φεμινιστική διαμαρτυρία, αλλά σύντομα αποκαλύπτεται πολύ πιο ταραγμένη απ’ ό,τι φαίνεται αρχικά.
Στο «Evil Evil Idiot», η Shaw υποδύεται μια influencer που εκτοξεύει συμβουλές ευεξίας, οι οποίες δεν είναι απλώς άχρηστες αλλά δυνητικά επιβλαβείς.
Στο «Blood», σκιαγραφεί το πορτρέτο ενός «edgelord», του οποίου ο κυνισμός και η μισανθρωπία μετατρέπονται σε αιματηρή βία.
Ίσως η πιο συγκινητική στιγμή έρχεται στο «Let Me Grow and You’ll See the Fruit». Ο κεντρικός χαρακτήρας ξεκινά υμνώντας τις χαρές ενός μοναχικού ρεπό – «κανείς να μην έρχεται με βιντεοκλήση ή έρευνα ή dick pic» – για να καταλήξει να ομολογεί τη μοναξιά και την αποξένωσή του: «Ο κόσμος γελάει μαζί μου, είμαι τόσο καταστροφή».
Αυτά τα τραγούδια δεν είναι παράξενα για χάρη της παραξενιάς, αλλά έχουν έναν αυθεντικό συναισθηματικό αντίκτυπο που χτυπάει κατευθείαν στο στομάχι.
Η μουσική ταυτότητα των Dry Cleaning στο «Secret Love» είναι εξίσου συναρπαστική με τους στίχους.
Η μπάντα συνδυάζει την παράνοια του αμερικανικού punk και hardcore των ’80s με το νωχελικό ύφος του Keith Richards, δόσεις stoner rock, δυστοπική αποδόμηση και παιχνιδιάρικο no wave.
Παράλληλα, η ερμηνεία της Florence την τοποθετεί σε μια ευδιάκριτη παράδοση spoken-word καλλιτέχνιδων που εκτείνεται από τη Laurie Anderson έως τη Sue Tompkins των Life Without Buildings.
Η παραγωγή του άλμπουμ φέρει την υπογραφή της Cate Le Bon, μιας εμβληματικής μορφής της εναλλακτικής σκηνής, η οποία έχει στο βιογραφικό της συνεργασίες με τους Deerhunter, Wilco και Devendra Banhar.
Η επιλογή της δεν ήταν τυχαία. Μετά από πολλές συνεντεύξεις, η μπάντα κατέληξε σε εκείνη λόγω της αμεσότητας και της θετικότητάς της.
Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά η ίδια η Le Bon: «Το να βρίσκεσαι στο ίδιο δωμάτιο με αυτούς και να νιώθεις την ενέργεια που κυκλοφορεί ανάμεσά τους, είναι πραγματικά μοναδικό».
Η δημιουργική διαδικασία ήταν μια διεθνή οδύσσεια. Το άλμπουμ άρχισε να διαμορφώνεται σε ένα στούντιο πρόβας στο Peckham, με τα τέσσερα μέλη να γράφουν και να παίζουν μαζί στον ίδιο χώρο – στοιχείο κομβικό για την ταυτότητά τους.
Στη συνέχεια, πήρε σάρκα και οστά μέσα από sessions στο «The Loft», το στούντιο του Jeff Tweedy στο Σικάγο, ενώ ακολούθησαν πιο εκρηκτικές ηχογραφήσεις στα Sonic Studios στο Δουβλίνο, με τη βοήθεια των Alan Duggan και Daniel Fox των Gilla Band. Η τελική μορφή ολοκληρώθηκε στο Black Box.
Το αποτέλεσμα είναι ηχητικά πλούσιο και ποικιλόμορφο. Ενώ η παραμορφωμένη κιθάρα παραμένει ο βασικός άξονας, ο ήχος επεκτείνεται αισθητά.
Ακούμε μηχανικό funk της δεκαετίας του ’80 στο εναρκτήριο «Hit My Head All Day», απειλητική ατμόσφαιρα στο «Evil Evil Idiot» και drones από συνθεσάιζερ στο «I Need You». Υπάρχει ακόμη και μια υπόνοια παραμορφωμένης folk στη κιθαριστική φιγούρα του «Secret Love (Concealed in a Drawing of a Boy)».
Εν κατακλείδι, το «Secret Love» αποπνέει την αίσθηση μιας μπάντας που έχει ξεπεράσει την αρχική της αποστολή και την αξία του «νεωτερισμού».
Οι Dry Cleaning δεν είναι πλέον απλώς μια ενδιαφέρουσα περίπτωση της indie σκηνής. Κινούνται με αυτοπεποίθηση σε νέους χώρους, συνδυάζοντας την οξύτητα και την ενσυναίσθηση των στίχων της Florence Shaw με μουσική που είναι συνοπτική, αιχμηρή και ταυτόχρονα επεκτατική.
