Ο παραγωγός Andrew Watt αποκαλύπτει όσα έζησε στο στούντιο με τον Elton John, συγκρίνοντάς τον με τον Μπετόβεν και περιγράφοντας τη δημιουργική θύελλα πίσω από το νέο του άλμπουμ με την Brandi Carlile.
Ο Elton John δεν γράφει τραγούδια — τα σκηνοθετεί. Αυτή η φράση, ειπωμένη από τον παραγωγό Andrew Watt, αποτυπώνει με ενάργεια το τι σημαίνει να παρακολουθείς έναν θρύλο της μουσικής την ώρα που γεννάει ήχο, λέξη και συναίσθημα.
Όπως λέει ο ίδιος, συνεργαζόμενος με τον Elton John στον πρόσφατο δίσκο του με την Brandi Carlile, «Who Believes in Angels?», η εμπειρία έμοιαζε με το να παρακολουθείς ένα μουσικό θαύμα από πολύ κοντά — αλλά ταυτόχρονα, και με το να βρίσκεσαι στο κλουβί ενός λιονταριού.
Ο Watt, βραβευμένος με Grammy, περιγράφει τον Elton με έναν χαρακτηρισμό που παραπέμπει ευθέως στους μεγάλους κλασικούς. «Είναι σαν τον Μότσαρτ ή τον Μπετόβεν — αν έπρεπε να διαλέξω, θα έλεγα περισσότερο σαν τον Μπετόβεν », σημειώνει. «Όταν γράφει, είναι απίστευτα εκρηκτικός».
Δεν είναι μυστικό πως ο Elton έχει μιλήσει στο παρελθόν για τις εκρηκτικές του αντιδράσεις μέσα στο στούντιο — όμως, όπως εξηγεί ο Watt, πίσω από την παρορμητικότητα κρύβεται μία ευφυΐα σε πλήρη ανάφλεξη.
«Η δουλειά μου ήταν να διαβάζω το δωμάτιο. Αν τύχαινε να βρίσκομαι στο οπτικό του πεδίο την ώρα που έγραφε, κυριολεκτικά ήμουν μέσα στη φωλιά του λιονταριού», διηγείται ο παραγωγός.
Έτσι, προσπαθούσε να βρίσκεται κοντά του, αρκετά ώστε να ακούει κάθε καινούργιο ρυθμό, κάθε μελωδία που γεννιόταν αυθόρμητα, αλλά πάντα λίγο πιο πέρα από το βλέμμα του. «Ήθελα να είμαι διαθέσιμος αν με φώναζε, μα όχι τόσο κοντά ώστε να διακόψω τη ροή του. Ο τρόπος που γράφει είναι σαν ιεροτελεστία».
Για τον Andrew Watt, η μέθοδος του Elton John μοιάζει μοναδική, αποτέλεσμα δεκαετιών συνεργασίας με τον επί χρόνια στιχουργικό του συνοδοιπόρο, Bernie Taupin.
«Παίρνει τον στίχο, τον τοποθετεί πάνω στο πιάνο, και τον διαβάζει σαν να βλέπει μπροστά του μία ταινία. Έπειτα, αρχίζει να “ντύνει” τη σκηνή με μουσική — γράφει τη μουσική σαν να γράφει το soundtrack μιας φανταστικής εικόνας που παίρνει σάρκα και οστά στο μυαλό του», περιγράφει. Όπως συμπληρώνει: «Δεν μπορεί να δουλέψει χωρίς τις λέξεις. Είναι αυτές που του δίνουν το αίσθημα της ιστορίας».
Η ηχογράφηση του «Who Believes in Angels?» υπήρξε μία συγκυρία έντασης αλλά και βαθιάς τρυφερότητας. Ο Elton John, τότε 78 ετών, μόλις είχε ολοκληρώσει την πολυετή αποχαιρετιστήρια περιοδεία του — μία εμπειρία ψυχικά εξαντλητική.
Ο Andrew Watt θυμάται πως βρήκε έναν άνθρωπο κουρασμένο, ίσως και ανασφαλή. «Ήταν εξαντλημένος. Είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για τον εαυτό του, να νιώθει εκτεθειμένος, ευάλωτος. Προσπαθήσαμε όλοι μαζί, εγώ και η Brandi, να τον στηρίξουμε, να τον ανεβάσουμε ξανά».
Όπως εξηγεί, εκείνες οι μέρες στο στούντιο αποτέλεσαν μία ιδιαίτερη, σχεδόν μυστικιστική φάση δημιουργικής συνάντησης. «Ήταν σαν να πιάνεις κεραυνό σε ένα μπουκάλι, κάθε μέρα. Όλα συνέβαιναν αυθόρμητα, μα με απίστευτη μαγεία».
Ο Elton John, μέσα απ’ το ανακουφιστικό πλαίσιο της συνεργασίας με την Brandi Carlile, βρήκε ξανά τη φωνή του, την αυθεντικότητα που για λίγο είχε χαθεί πίσω από την κούραση των δεκαετιών. «Όταν τελείωσε, ήταν περήφανος — και μαζί δακρυσμένος. Ήταν μία εποχή ιδιαίτερη, που δεν θα ξεχάσω ποτέ», λέει ο παραγωγός.
Το «Who Believes in Angels?» δεν είναι απλώς ένα μουσικό άλμπουμ, είναι η απεικόνιση της δημιουργικότητας του Elton John στο φως και στη σκιά της καριέρας του. Ο εκρηκτικός χαρακτήρας του, η πειθαρχία του Μπετόβεν που συναντά τον αυθορμητισμό του rock, η μελωδική του ειλικρίνεια και η αμεσότητα του λόγου του — όλα αυτά μοιάζουν να εμπεριέχονται στη μουσική του όπως σε ένα πορτρέτο που συνεχώς κινείται.
Ο Elton John εξακολουθεί να γράφει σαν να ακούει φως — με πάθος, θυμό, χαρά και συγκίνηση, όλα μαζί. Η ομοιότητα με τον Μπετόβεν δεν βρίσκεται μόνο στην ευφυΐα ή στην ένταση, αλλά στην απέριττη ανθρωπιά της στιγμής που γεννιέται μία μελωδία.
Ο Andrew Watt συμπυκνώνει το νόημα: «Ήταν σαν να βλέπεις έναν άνθρωπο να αγγίζει τη θεία σπίθα ξανά και ξανά». Και πράγματι, εκεί βρίσκεται η ουσία του Elton John, ένας δημιουργός που συνεχίζει να μετατρέπει το χάος της ψυχής του σε μουσική που, τελικά, παραμένει… θρυλική.
