Ο Finneas O’Connell, ο οποίος έχει γίνει γνωστός για τη συνεργασία του με την αδελφή του Billie Eilish, μιλάει για την εξέλιξη της μουσικής παραγωγής με αφορμή τη μουσική επένδυση που δημιούργησε για τη δεύτερη σεζόν της σειράς «Beef». Πώς η τεχνολογία έχει κάνει τη μουσική πιο προσβάσιμη, αλλά και γιατί η αυθεντική φαντασία παραμένει το πιο πολύτιμο εργαλείο στο στούντιο.
Ο Finneas O’Connell αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους πιο αξιοσέβαστους και επιτυχημένους παραγωγούς της σύγχρονης pop σκηνής, έχοντας συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με την παγκόσμια επιτυχία της αδερφής του, Billie Eilish.
Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο τελευταίο επεισόδιο του podcast «On the Record» του Billboard στο YouTube, ο 28χρονος καλλιτέχνης μοιράστηκε τις σκέψεις του για τη ραγδαία εξέλιξη του ρόλου του μουσικού παραγωγού στην ψηφιακή εποχή.
Ο ίδιος, έχοντας παράλληλα κυκλοφορήσει προσωπικά άλμπουμ όπως το «For Cryin’ Out Loud!» το 2024 και το «The Dream» το 2025, ανέλυσε πώς η προσβασιμότητα στα τεχνολογικά μέσα έχει αλλάξει τον τρόπο που γράφεται η μουσική σήμερα, από τις ηχογραφήσεις στο σπίτι μέχρι τη δημιουργία soundtrack για τη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Beef».
Σχολιάζοντας τη γνωστή ρήση του Quincy Jones ότι ο μουσικός παραγωγός λειτουργεί όπως ο σκηνοθέτης μιας ταινίας, ο Finneas συμφώνησε με αυτή την παρομοίωση, αλλά πρόσθεσε μία σημαντική παράμετρο. Ο ίδιος πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη δημιουργική διαδικασία.
«Αν εγώ είμαι ο σκηνοθέτης, εκείνοι είναι ο ανώτερος σκηνοθέτης, επειδή είναι δική μου δουλειά να πω “ναι, δεν ξέρω, ανάμεσα σε αυτά τα δύο προτιμώ αυτό περισσότερο”, αλλά στο τέλος της ημέρας εκείνοι θα πάνε και θα παίζουν το τραγούδι κάθε μέρα για είκοσι χρόνια, οπότε θέλω να τους αρέσει ακόμα περισσότερο από ό,τι αρέσει σε μένα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Finneas εξήγησε επίσης ότι η έλλειψη τεχνικών γνώσεων από την πλευρά ενός καλλιτέχνη μπορεί μερικές φορές να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα, καθώς απελευθερώνει τη φαντασία του. Παρόλο που έχει βοηθήσει την Billie Eilish να κατανοήσει καλύτερα το τεχνικό κομμάτι της επεξεργασίας της φωνής της, παραδέχεται ότι αυτό κρύβει και κινδύνους.
«Ένα από τα πράγματα που της είπα πριν από περίπου έναν χρόνο ήταν ότι, μία από τις προκλήσεις με το όσο περισσότερα γνωρίζεις, τόσο λιγότερα φαντάζεσαι, νομίζω», ανέφερε, τονίζοντας ότι προτιμά όταν η αδερφή του χρησιμοποιεί μεταφορικές εκφράσεις όπως «θέλω η φωνή να ακούγεται σαν να καταρρέει» αντί για στεγνούς τεχνικούς όρους.
Αναφερόμενος στον Rick Rubin και τη θεωρία του ότι ένας παραγωγός προσφέρει κυρίως το γούστο του και όχι τεχνικές δεξιότητες, ο Finneas εξέφρασε κάποια επιφύλαξη, παρόλο που σέβεται απόλυτα τη δουλειά του.
«Είμαι λίγο μπερδεμένος με το δικό του — ορκίζεται ότι δεν ξέρει απολύτως τίποτα για τη μουσική και είναι σε φάση, απλά ψάξτε στο Google Rick Rubin, Johnny Cash», σχολίασε, υπενθυμίζοντας ότι υπάρχουν βίντεο που τον δείχνουν να στήνει ο ίδιος τα μικρόφωνα.
Παρ’ όλα αυτά, ο Finneas εκτιμά την ικανότητα του Rubin να δημιουργεί ένα άνετο περιβάλλον στο στούντιο, κάτι που προσπαθεί να κάνει και ο ίδιος με τους δικούς του συνεργάτες.
Η δημιουργία ενός ασφαλούς χώρου είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν εργάζεται με καλλιτέχνες που συναντά για πρώτη φορά, όπως έχει συμβεί κατά τη διάρκεια συνεργασιών του με τον Justin Bieber, τη Halsey και τον Kid Cudi.
Ο Finneas παραδέχτηκε ότι το επίπεδο οικειότητας που έχει με την Billie Eilish ως αδερφός της είναι μοναδικό και δεν μπορεί να επαναληφθεί με κανέναν άλλον. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκει εξαιρετικά τιμητικό το γεγονός ότι πολλοί καλλιτέχνες του εμπιστεύονται πολύ προσωπικές και ευάλωτες ιστορίες τους μέσα σε ελάχιστη ώρα από τη γνωριμία τους, λειτουργώντας σχεδόν σαν ψυχοθεραπευτής.
Η δική του πορεία στη μουσική διαμορφώθηκε σημαντικά από την εποχή του SoundCloud και την άνοδο πλατφορμών όπως το Splice. Αυτή η περίοδος χαρακτηριζόταν από μία στροφή προς τη μινιμαλιστική παραγωγή, με έντονα μπάσα, ασυνήθιστα κρουστά και έμφαση στα φωνητικά.
Ο Finneas θυμάται με νοσταλγία την εποχή που η χαμηλή ποιότητα του ήχου στο διαδίκτυο έδινε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στη μουσική. «Όταν τα πράγματα ακούγονται υποβαθμισμένα, αυτό με εμπνέει και είναι ενδιαφέρον, επειδή επίσης δεν στοχεύεις σε τόση τελειότητα», εξήγησε, αναπολώντας την εποχή που αποταμίευε χρήματα για να αγοράσει το πρόγραμμα Logic Pro.
Η δημιουργική του ευελιξία αποτυπώνεται και στη δουλειά του για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, έχοντας κερδίσει δύο βραβεία Όσκαρ με τραγούδια όπως το «No Time To Die» για την ταινία James Bond και το «What Was I Made For?» για την ταινία Barbie.
Αυτή την περίοδο, ο Finneas ανέλαβε τη μουσική επένδυση για τη δεύτερη σεζόν της επιτυχημένης σειράς «Beef», μία διαδικασία που απαιτεί μεγάλη ακρίβεια και συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές. Για τις ανάγκες του soundtrack, ο παραγωγός χρησιμοποίησε μία πρωτότυπη μέθοδο, ηχογραφώντας καθημερινούς ήχους από το περιβάλλον.
Οι ήχοι αυτοί ενσωματώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελέσουν μέρος της μουσικής ταυτότητας της σειράς.
«Σε αυτή τη δουλειά ηχογράφησα συστήματα ποτίσματος και μπάλες του τένις να χτυπιούνται, μπάλες του γκολφ να χτυπιούνται, και χλοοκοπτικές μηχανές και μέλισσες και αυτοκίνητα και σκυλιά να κλαψουρίζουν και να γαβγίζουν», αποκάλυψε ο Finneas.
Εξήγησε μάλιστα ότι, παρόλο που κάποιοι από αυτούς τους ήχους είναι τόσο χαμηλά στην τελική μίξη που ίσως να μην ακούγονται καθαρά, ο ίδιος γνωρίζει ότι βρίσκονται εκεί, εμπλουτίζοντας το DNA της μουσικής.
Η προσέγγιση του Finneas O’Connell στη μουσική παραγωγή αναδεικνύει μία σημαντική αλήθεια για τη σύγχρονη βιομηχανία: η τεχνολογία είναι απλώς ένα μέσο, όχι ο αυτοσκοπός. Η ικανότητα να μετατρέπεις τις αφηρημένες ιδέες ενός καλλιτέχνη σε ήχο και να πειραματίζεσαι με αντισυμβατικά στοιχεία είναι αυτό που ξεχωρίζει έναν πραγματικά σπουδαίο παραγωγό.
Σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από ψηφιακή τελειότητα, η αναζήτηση του αυθορμητισμού και της συναισθηματικής αλήθειας παραμένει η μοναδική συνταγή για τη δημιουργία διαχρονικών τραγουδιών.
