Η αμαρτία δεν ακούστηκε ποτέ τόσο εθιστική στα χέρια των Ghost.
Σε μία εποχή πολυμέσων, είναι σχεδόν απορίας άξιο πώς τόσοι καλλιτέχνες επιμένουν ακόμη ότι «το μόνο που μετράει είναι η μουσική». Και αυτό φαντάζει ακόμη πιο ειρωνικό όταν στρέψουμε το βλέμμα μας στους Ghost, το συγκρότημα που κατάφερε να μετατρέψει τη δημόσια εικόνα και τη μυθολογία του σε εξίσου ισχυρό πυλώνα με τους ίδιους τους ήχους του.
Από τις πρώτες εμφανίσεις τους, όταν κανείς δεν γνώριζε ποιος κρυβόταν πίσω από τη μάσκα του Papa Emeritus, έως την αποκάλυψη ότι επρόκειτο για τον Tobias Forge, οι Ghost έπαιξαν με τις προσδοκίες του κοινού, δημιούργησαν μία ολόκληρη δαιμονολογική αφήγηση και απέδειξαν ότι στη rock το βλέμμα, το θέαμα και η ατμόσφαιρα αποτελούν απαραίτητους συμπαίκτες της μελωδίας.
Η σταδιακή διαδοχή κάθε Πάπα, από τον Papa Emeritus Ι έως τον Papa Emeritus IV –τον οποίο γνωρίσαμε αρχικά ως Cardinal Copia– δεν ήταν απλώς μία ιδιοτροπία σκηνικής αισθητικής. Λειτούργησε ως κεντρικός θεατρικός άξονας, γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν όλη η αφήγηση του συγκροτήματος.
Μέσα σε οκτώ χρόνια, το μυστήριο κρατούσε ζωντανή τη φαντασία του κοινού, μέχρι που η αποκάλυψη του Tobias Forge ήρθε να ολοκληρώσει, αντί να διαλύσει, τον μύθο: απέδειξε ότι πίσω από τις μάσκες υπάρχει ένας δημιουργός ικανός να κινεί τα νήματα με πείσμα και λεπτομέρεια.
Με το έκτο άλμπουμ τους «Skeletá», οι Ghost εισάγουν στο προσκήνιο έναν νέο ηγέτη, τον Papa V Perpetua.
Ο τίτλος του δίσκου λειτουργεί σχεδόν σαν σύνθημα νεκρανάστασης: ένας σκελετός που θυμίζει στους ζωντανούς ότι ο θάνατος δεν είναι παρά άλλη μία σκηνή στην ατέρμονη ιεροτελεστία της rock.
Οι στάσεις της παγκόσμιας περιοδείας, με αποκορύφωμα μία εμφάνιση στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, υπογραμμίζουν την αναρρίχηση των Ghost στα σαλόνια της mainstream επιτυχίας, χωρίς να εγκαταλείπουν την occult γοητεία που τους χαρακτήρισε από την πρώτη ημέρα.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με άλλα metal συγκροτήματα που έχουν στραφεί σε ακραίους, σχεδόν απροκάλυπτα τρομοκρατικούς ήχους, οι Ghost μοιάζουν να αντλούν έμπνευση περισσότερο από τα μελωδικά ρεφρέν των Europe παρά από τα παγωμένα tremolo των Mayhem.
Η μουσική τους διατηρεί μία pop ευφορία, ακόμη κι όταν οι στίχοι μιλούν για μέγιστες βλασφημίες. Ο ίδιος ο Tobias Forge έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι, αν όντως ο Εωσφόρος είχε δική του rock μπάντα, θα προτιμούσε να προσελκύει ψυχές με πιασάρικα ρεφρέν και γοητευτικές μελωδίες, παρά με θορυβώδη black metal που απευθύνεται σε περιορισμένο ακροατήριο.
Το πρώτο single του «Skeletá», «Satanized», έδωσε στους φίλους του συγκροτήματος μία εύγευστη πρόγευση του άλμπουμ. Η ιστορία αποπλάνησης από τη σκοτεινή πλευρά ξετυλίγεται με την εξομολόγηση του Forge: «Μια δαιμονική κατοχή, και αργά βασανίζει την ψυχή μου».
Έξι δίσκοι γεμάτοι ενασχόληση με τον Βελζεβούλ κάνουν ίσως τη θεματολογία προδιαγεγραμμένη, ωστόσο η δύναμη εδώ δεν έγκειται στην έκπληξη αλλά στον τρόπο που οι Ghost καταφέρνουν να μετατρέπουν την κόλαση σε γιορτή.
Στο «Marks Of The Evil One», η αναφορά στους τέσσερις καβαλάρηδες της Αποκάλυψης συνταιριάζεται με ένα ρεφρέν κομμένο και ραμμένο για να σηκωθούν στον αέρα χιλιάδες γροθιές. Ακόμη κι ένας θεοσεβούμενος ροκάς δύσκολα θα αντισταθεί στις αρμονίες.
Η camp χιουμοριστική διάθεση ανεβάζει τον δείκτη γοητείας στο «Missilia Amori», όπου ο Papa V τραγουδά «Θα σου δείξω τα δικά μου αν μου δείξεις τα δικά σου» και «ρουκέτες αγάπης εκτοξεύονται ακριβώς ανάμεσα στα μάτια σου». Είναι μία στιγμή που θυμίζει το φλερτ των KISS με την υπερβολή, μόνο που εδώ η pop γυαλάδα έχει ποτιστεί με rock-λειτουργική ευλάβεια.
Στο «Umbra» η ατμόσφαιρα γίνεται πιο απειλητική. Οι κιθάρες βρυχώνται, το tempo χτυπά στα κόκκινα και οι λεκτικές εικόνες ποτίζουν κάθε δευτερόλεπτο: «Στη σκιά του Ναζωραίου, βάζω την αγάπη μου μέσα σου».
Ο Tobias Forge ξέρει καλά να ελίσσεται ανάμεσα στη βλασφημία και τον ερωτισμό, κάνοντας το σκοτάδι να μοιάζει ελκυστικό, σχεδόν ερωτικό: μία πρόσκληση σε μεταφυσικό one–night stand που υπόσχεται ευφορική κάθαρση, έστω κι αν χρειαστεί να θυσιάσεις την ψυχή σου για μία βραδιά απενοχοποιημένης soft–metal μέθης.
Παράλληλα, η παραγωγή του «Skeletá» επιδεικνύει αξιοζήλευτη καθαρότητα.
Τα ντραμς ηχούν σαν καμπάνες που προαναγγέλλουν τελετές, οι κιθάρες ορθώνουν στιβαρά τείχη, αλλά αφήνουν τα πλήκτρα να ζωγραφίσουν νεο-μπαρόκ σπινθηρίσματα. Είναι αυτή η λεπτή ισορροπία μεταξύ θεατρικότητας και προσβασιμότητας που μετατρέπει κάθε τραγούδι σε δυνητική ραδιοφωνική επιτυχία, χωρίς να προδίδει την οξυδερκή νοσηρότητα του στιχουργικού περιεχομένου.
Το κοινό δείχνει να αγκαλιάζει τη διττή υπόσταση των Ghost: είναι το ίδιο pop όσο και ιερόσυλοι, το ίδιο ευήκοοι στα ραδιόφωνα όσο και θεαματικοί στις ζωντανές τελετουργίες.
Και το σημαντικότερο: θυμίζουν πως, σε μία εποχή όπου η εικόνα καταναλώνεται με ταχύτητες TikTok, υπάρχουν ακόμη καλλιτέχνες που μπορούν να τη μετατρέψουν σε ολόκληρο μυθοπλαστικό οικοσύστημα χωρίς να θυσιάσουν την ποιότητα της μουσικής.
Εντέλει, το «Skeletá» επιβεβαιώνει ότι οι Ghost δεν είναι ένα ακόμη occult metal συγκρότημα, αλλά ένας θίασος που κατανοεί βαθιά την ουσία του rock and roll: την ικανότητα να συνδυάζουν δέος, σκανδαλισμό και μελωδία σε ένα ακαταμάχητο κάλεσμα.
Αν θα παραδώσουμε την ψυχή μας; Ίσως μόνο για μία νύχτα. Μα, όπως τραγουδούν και οι ίδιοι, ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί όταν η αμαρτία φοράει μία τόσο συναρπαστική μάσκα;
