Μετά από χρόνια συνεχούς επιτυχίας και περιοδειών, ο Harry Styles επιστρέφει με έναν δίσκο που μετατρέπει την πίστα σε χώρο εξομολόγησης και αναζήτησης σύνδεσης.
Η επιστροφή του Harry Styles στη δισκογραφία συνοδεύτηκε από μία φράση που εμφανίστηκε ξαφνικά παντού: σε αφίσες, σε οθόνες στο τέλος ενός μυστηριώδους βίντεο με ζωντανή εμφάνιση, σε teasers που κυκλοφόρησαν σε διάφορες πόλεις του κόσμου. «We Belong Together».
Η φράση λειτούργησε ως προάγγελος της νέας εποχής του Άγγλου τραγουδιστή, ο οποίος είχε απομακρυνθεί από τα φώτα της δημοσιότητας μετά το τέλος της περιοδείας «Love on Tour» το καλοκαίρι του 2023. Μέχρι τότε είχε ήδη κλείσει έναν θριαμβευτικό κύκλο: το άλμπουμ «Harry’s House» του 2022 κέρδισε το Grammy για το Άλμπουμ της Χρονιάς, ενώ το τραγούδι «As It Was» παρέμεινε στην κορυφή του Billboard Hot 100 για 15 εβδομάδες.
Το σύνθημα «We Belong Together» (Ανήκουμε μαζί) έμοιαζε αρχικά σαν ένα μήνυμα προς το κοινό που είχε λείψει από τον ίδιο όσο και εκείνος από τους θαυμαστές του. Σύντομα, όμως, αποκαλύφθηκε πως είχε ακόμη βαθύτερη σημασία. Η φράση βρίσκεται στο επίκεντρο του «Aperture», του κομματιού που ανοίγει τον νέο του δίσκο «Kiss All The Time. Disco, Occasionally.» και έκανε είσοδο κατευθείαν στο Νο. 1 του Billboard Hot 100.
Ακούγοντας το άλμπουμ γίνεται σαφές πως ο Styles μιλά για κάτι ευρύτερο από την απουσία του από τη σκηνή. Πρόκειται για μία προσωπική αναζήτηση σύνδεσης. Στους στίχους του μιλά για σχέσεις που κράτησαν μόνο μία νύχτα, για ανθρώπους που χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν στον κύκλο της ζωής του, για μία μορφή αγάπης που μοιάζει διαρκής αλλά παραμένει άπιαστη. Πάνω σε γρήγορους ρυθμούς και έντονα beats, οι ερωτήσεις που θέτει στους στίχους μένουν ανοιχτές.
Το «Kiss All The Time. Disco, Occasionally.» είναι ο πρώτος δίσκος που κυκλοφορεί ο Styles μετά τα τριάντα του χρόνια. Η μουσική κατεύθυνση μετακινείται αποφασιστικά προς τον χορό. Ταυτόχρονα, πρόκειται για το πιο ώριμο έργο του μέχρι σήμερα. Σε αντίθεση με την αισιοδοξία και τη σταθερότητα που χαρακτήριζαν μεγάλο μέρος της σόλο πορείας του, εδώ εξερευνά αποτυχίες, επιθυμίες και ανασφάλειες, ενώ επιχειρεί να καταλάβει τη θέση του στον κόσμο.
Η σύγκρουση ανάμεσα στην ευαλωτότητα των στίχων και στην έντονη, συχνά εκρηκτική παραγωγή δημιουργεί μία ενδιαφέρουσα αντίθεση. Ο Styles μοιάζει με έναν άνθρωπο που χορεύει για να διαχειριστεί όσα τον βαραίνουν.
Δίπλα του βρίσκονται για ακόμη μία φορά οι μακροχρόνιοι συνεργάτες του Kid Harpoon και Tyler Johnson. Μαζί διαμορφώνουν ένα ηχητικό περιβάλλον γεμάτο βαριά μπάσα και φωτεινά synths. Ο Styles είχε αγγίξει και στο παρελθόν τον χώρο της dance αισθητικής, όμως εδώ το αποτέλεσμα παρουσιάζεται ενιαίο, μακριά από την pop-rock ταυτότητα των προηγούμενων δίσκων του.
Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι η εμπειρία των ζωντανών εμφανίσεων των LCD Soundsystem επηρέασε τον ήχο του άλμπουμ. Κομμάτια όπως το «Pop» ή το «Are You Listening Yet?» θυμίζουν τη δυναμική dance-rock γραφή του James Murphy. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική ατμόσφαιρα φέρνει περισσότερο στον νου την ηλεκτρονική pop ευαισθησία των Hot Chip, με ζεστές αρμονίες και υπαρξιακές σκέψεις που ξεδιπλώνονται πάνω σε καλοδουλεμένα hooks.
Η εμπειρία των δίσκων εναλλάσσεται ανάμεσα σε στιγμές εσωστρέφειας και καθαρά σωματικής ενέργειας. Το «The Waiting Game», με τα ελαφρώς μελαγχολικά ηλεκτρονικά μοτίβα, λειτουργεί σχεόν σαν προσωπική εξομολόγηση. Στον αντίποδα βρίσκεται το «Dance No More», ένα κομμάτι βασισμένο στη λογική call-and-response που έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να απογειώσει τις μελλοντικές συναυλίες του.
Το άλμπουμ είναι γεμάτο μικρές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν τον προσεκτικό σχεδιασμό του. Στο «Season 2 Weight Loss», τα φωνητικά της Ellie Rowsell από τους Wolf Alice κινούνται γύρω από τη φωνή του Styles με μία σχεδόν υπνωτική αίσθηση. Στο «Ready Steady Go!», μία κιθάρα που παίζεται με τα δάχτυλα μετατρέπεται σταδιακά σε ένα πιο θολό ηχητικό τοπίο, πάνω στο οποίο μπαίνει η φωνή του.
Ο Tom Skinner, ντράμερ των The Smile και Sons Of Kemet, δίνει ιδιαίτερη ένταση στο «Season 2 Weight Loss», οδηγώντας το κομμάτι σε στιγμές σχεδόν εκστατικές. Εκεί ο Styles τραγουδά: «You’ve just got to sit yourself down sometime» (Πρέπει απλώς να καθίσεις κάτω κάποια στιγμή), μία φράση που πολλοί ακροατές ήδη θεωρούν από τις πιο χαρακτηριστικές του δίσκου.
Το «American Girls» ανοίγει ακόμη περισσότερο τον ορίζοντα του άλμπουμ με μία αίσθηση σταδίου που θυμίζει Simple Minds, ενώ το «Ready, Steady, Go!» βασίζεται σε ένα μπάσο με έντονη indie αισθητική. Το «Taste Back» στηρίζεται σε μία κλασική ποπ δομή, εμπλουτισμένη με ηλεκτρονικά μοτίβα και τα φωνητικά της Ellie Rowsell.
Στο κέντρο του δίσκου βρίσκονται δύο κομμάτια που αποκαλύπτουν το προσωπικό του βάθος. Το «Paint By Numbers» είναι μία κιθαριστική μπαλάντα αυτοπαρατήρησης, όπου τραγουδά: «It’s a lifetime of learning to paint by numbers, and watching the colors run» (Είναι μία ολόκληρη ζωή να μαθαίνεις να ζωγραφίζεις με αριθμούς και να βλέπεις τα χρώματα να τρέχουν). Σε ένα άλλο σημείο σημειώνει: «They put an image in your head and now you’re stuck with it» (Σου έβαλαν μία εικόνα στο κεφάλι και τώρα έχεις κολλήσει με αυτήν). Πρόκειται για μία σκέψη γύρω από την εικόνα που επιβάλλεται σε έναν ποπ σταρ.
Αμέσως μετά έρχεται το «Pop», ίσως το πιο παιχνιδιάρικο κομμάτι του δίσκου. Με disco μπάσο και synths που θυμίζουν Robyn, το τραγούδι εξερευνά την εικόνα του poster-boy με διάθεση αυτοσαρκασμού.
Το άλμπουμ κλείνει με το «Carla’s Song», μία δυναμική ποπ σύνθεση που επαναλαμβάνει το ρεφρέν «I know what you like / I know what you’ll really like» (Ξέρω τι σου αρέσει / Ξέρω τι θα σου αρέσει πραγματικά) πάνω σε έναν επίμονο ρυθμό που θυμίζει ήδη remix.
Η ιστορία πίσω από αυτό το άλμπουμ έχει και μία πιο ανθρώπινη διάσταση. Για περισσότερο από μία δεκαετία ο Harry Styles ζούσε σε έναν αδιάκοπο κύκλο ηχογραφήσεων και περιοδειών. Από τα χρόνια των One Direction μέχρι τη σόλο καριέρα του, η μηχανή της μουσικής βιομηχανίας κινήθηκε με ασταμάτητο ρυθμό.
Σε μία πρόσφατη συνέντευξη είχε πει με ειλικρίνεια: «Δεν θυμάμαι… αν έχω καθίσει ποτέ απλώς για να πιω έναν καφέ».
Ίσως γι’ αυτό η εικόνα του να περπατά ανώνυμα μέσα στο πλήθος στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη ή να χορεύει στο θρυλικό κλαμπ Berghain στο Βερολίνο απέκτησε τόσο μεγάλο συμβολισμό. Ήταν ένας ποπ σταρ που προσπαθούσε να ζήσει κανονικά, έστω για λίγο.
Ο χρόνος θα δείξει αν το «Kiss All The Time. Disco, Occasionally.» θα φτάσει τις εμπορικές επιδόσεις των προηγούμενων δουλειών του. Ωστόσο, η σημασία του δίσκου βρίσκεται αλλού. Σηματοδοτεί μία στιγμή προσωπικής ανασύνταξης και καλλιτεχνικής ελευθερίας.
Κάποιες φορές, το πιο σημαντικό βήμα για έναν καλλιτέχνη είναι να απομακρυνθεί για λίγο από τον θόρυβο. Ο Harry Styles φαίνεται πως βρήκε την απάντηση στην πίστα ενός κλαμπ, μέσα σε ένα πλήθος που χορεύει. Και από εκεί ξεκίνησε ένα άλμπουμ που μιλά για την ανάγκη να συνδεόμαστε μεταξύ μας — ξανά και ξανά.
