Η πρόταση της Roc Nation του Jay-Z και των συνεργατών της απορρίφθηκε από την τοπική επιτροπή, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση των υποστηρικτών και την ανακούφιση της θεατρικής κοινότητας που αγωνίζεται για την «ψυχή» της περιοχής.
Το φιλόδοξο σχέδιο του μεγιστάνα της μουσικής Jay-Z και της εταιρείας του, Roc Nation, για τη δημιουργία ενός υπερπολυτελούς καζίνο στην καρδιά της Times Square, δέχθηκε ένα συντριπτικό, και πιθανότατα μοιραίο, πλήγμα.
Η Επιτροπή Κοινοτικής Γνωμοδότησης απέρριψε την πρόταση, την οποία στήριζαν επίσης οι κολοσσοί SL Green και Caesars, με ψήφους 4 προς 2, υψώνοντας ένα σοβαρό εμπόδιο στην προσπάθεια εξασφάλισης μίας από τις τρεις πολυπόθητες άδειες καζίνο στη Νέα Υόρκη.
Η αντίδραση στην απόφαση ήταν άμεση και οργισμένη. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της SL Green, Marc Holliday, δεν έκρυψε την απογοήτευσή του, εξαπολύοντας μία δριμεία επίθεση στα μέλη της επιτροπής.
Σε βίντεο που κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο, χαρακτήρισε την απόφασή τους «απεχθή επίδειξη δειλίας, έλλειψης ηγεσίας και έλλειψης ενδιαφέροντος για όλους εκείνους που θα μπορούσαν να ωφεληθούν από αυτήν την πρόταση». Τα λόγια του αντανακλούν το μέγεθος της επένδυσης και τις υψηλές προσδοκίες που είχαν συνδεθεί με το έργο.
Το σχέδιο της κοινοπραξίας ήταν μεγαλεπήβολο. Προέβλεπε τη ριζική μεταμόρφωση του εμβληματικού κτιρίου στη διεύθυνση 1515 Broadway σε ένα πλήρους κλίμακας καζίνο, πλαισιωμένο από πολυτελή ξενοδοχεία, καταστήματα και εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας.
Το συγκεκριμένο κτίριο δεν είναι τυχαίο: σήμερα φιλοξενεί το Minskoff Theatre, όπου για χρόνια ανεβαίνει η θρυλική παράσταση «The Lion King», καθώς και τα κεντρικά γραφεία του γίγαντα των μέσων ενημέρωσης, Viacom.
Προσπαθώντας να κάμψουν τις αντιστάσεις, οι Roc Nation, SL Green και Caesars είχαν συμπεριλάβει στην πρότασή τους μία σημαντική δέσμευση για επένδυση στην τοπική κοινότητα της Νέας Υόρκης.
Η υπόσχεση περιελάμβανε μία αρχική ενίσχυση ύψους 15 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία θα ακολουθούνταν από μία μακροπρόθεσμη εισφορά που αντιστοιχούσε στο 0,5% των κερδών του καζίνο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των επενδυτών, η συνολική συνεισφορά προς την κοινότητα θα μπορούσε να αγγίξει τα 250 εκατομμύρια δολάρια.
Μόλις πρόσφατα, ο ίδιος ο Jay-Z είχε εκφράσει την απόλυτη βεβαιότητά του για την επιτυχία και την αναγκαιότητα του εγχειρήματος.
Σε δηλώσεις του, είχε ανέφερε με σιγουριά: «Η Νέα Υόρκη είναι η πρωτεύουσα της ψυχαγωγίας στον κόσμο, οπότε η ιδέα ενός παγκόσμιας κλάσης καζίνο εδώ βγάζει απόλυτο νόημα».
Πλαισίωσε, μάλιστα, την πρόταση με ένα όραμα που υπερέβαινε την απλή επιχειρηματική δραστηριότητα: «Πάντα αναζητούσα ευκαιρίες που μπορούν να αλλάξουν τον πολιτισμό και ταυτόχρονα να στηρίξουν τις κοινότητες, και το Caesars Palace Times Square είναι ακριβώς αυτό».
Ωστόσο, η καρδιά της αντίστασης χτυπούσε δυνατά στην κοινότητα του Broadway. Οι άνθρωποι του θεάτρου και οι επιχειρήσεις που εξαρτώνται από αυτό εξέφρασαν από την πρώτη στιγμή την έντονη αντίθεσή τους στην προοπτική ενός καζίνο που θα αλλοίωνε τον χαρακτήρα της περιοχής.
Η νίκη τους επισφραγίστηκε με τα λόγια του προέδρου της Broadway League, Jason Laks. Όπως μετέδωσε το Deadline, ο Laks υπογράμμισε τη σημασία της απόφασης: «Αυτή ήταν μία ψήφος για την προστασία της μαγείας του Broadway, για τις εκατό χιλιάδες Νεοϋορκέζους που ζουν χάρη σε αυτό, αλλά και για τα δεκάδες εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο που έρχονται να το βιώσουν».
Η δήλωσή του έκλεισε με μία φράση που συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία της αντίδρασης: «Ένα καζίνο μπορεί να χτιστεί οπουδήποτε, αλλά το Broadway ζει μόνο εδώ».
Η απόρριψη της πρότασης δεν αποτελεί απλώς μία επιχειρηματική αποτυχία για τους εμπλεκόμενους, αλλά σηματοδοτεί μία σημαντική στιγμή στη διαρκή μάχη για την ταυτότητα της Νέας Υόρκης.
Αντιπροσωπεύει τη σύγκρουση δύο κόσμων: από τη μία, το όραμα της γιγαντιαίας εμπορικής ανάπτυξης με δέλεαρ τα τεράστια οικονομικά οφέλη και, από την άλλη, η αποφασιστικότητα μιας κοινότητας να διαφυλάξει την πολιτιστική της κληρονομιά και τον μοναδικό χαρακτήρα που την καθιστά παγκόσμιο σύμβολο.
Η απόφαση της επιτροπής έδειξε ότι, τουλάχιστον για την ώρα, η μαγεία της θεατρικής σκηνής κέρδισε τη μάχη ενάντια στη λάμψη της ρουλέτας.
