Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, η θρυλική τραγουδοποιός Joni Mitchell βρισκόταν ένα βήμα πριν την αποχώρηση, απογοητευμένη από τη μουσική βιομηχανία. Ένας ύμνος της Britpop, όμως, της άλλαξε γνώμη.
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία της μουσικής που μοιάζουν με μικρές, απρόσμενες εκλάμψεις, σαν κοσμικές συμπτώσεις που αλλάζουν την πορεία των πραγμάτων. Μία από αυτές τις στιγμές αφορά μία από τις πιο εμβληματικές και επιδραστικές μορφές του 20ού αιώνα, την Joni Mitchell, και τη σχέση της με ένα είδος που φαινομενικά δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τον δικό της καλλιτεχνικό κόσμο: την Britpop.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, απογοητευμένη από τη μουσική βιομηχανία, η θρυλική τραγουδοποιός ήταν έτοιμη να αποσυρθεί. Τότε, άκουσε στο ραδιόφωνο έναν ύμνο της Britpop που άλλαξε τα πάντα.
Υπάρχουν στιγμές στη ζωή που η έμπνευση έρχεται από εκεί που δεν την περιμένεις. Μια απρόσμενη μελωδία στο ραδιόφωνο, ένας στίχος που μοιάζει να γράφτηκε για σένα, ένας ήχος που διαπερνά την κυνική πανοπλία που έχεις χτίσει γύρω σου. Για την Joni Mitchell, μία από τις πιο εμβληματικές και επιδραστικές μορφές της μουσικής του 20ού αιώνα, μία τέτοια στιγμή ήρθε το 1998, μέσα από ένα ποπ τραγούδι που όχι μόνο την άγγιξε, αλλά κυριολεκτικά τη «έσωσε» από την απόφαση να εγκαταλείψει για πάντα τη μουσική.
Κι όμως, μέσα στον καταιγισμό των ηλεκτρικών κιθάρων και της αισιοδοξίας των late ‘90s, ένα συγκεκριμένο τραγούδι λειτούργησε ως σανίδα σωτηρίας για την Mitchell, σε μία περίοδο που η ίδια είχε αποφασίσει να γυρίσει την πλάτη της στη μουσική για πάντα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η Joni Mitchell αισθανόταν όλο και πιο αποστασιοποιημένη από τη μουσική βιομηχανία. Δεν ήταν απλώς κουρασμένη. Ήταν βαθιά απογοητευμένη. Έχοντας διανύσει μία πορεία δεκαετιών, γεμάτη με αριστουργηματικούς δίσκους που επαναπροσδιόρισαν το είδος της folk, της jazz και της pop, έβλεπε τον χώρο που κάποτε υπηρετούσε με τόση αφοσίωση να μεταμορφώνεται σε κάτι ξένο και εμπορευματοποιημένο.
Η μουσική βιομηχανία, την οποία κάποτε όριζε με την αυθεντικότητα και την ποιητική της ευφυΐα, της φαινόταν πλέον ένας «βόθρος».
Η εμπορευματοποίηση, η έλλειψη ουσίας και η κυριαρχία του επιφανειακού την είχαν οδηγήσει σε ένα δημιουργικό και συναισθηματικό αδιέξοδο. Ένιωθε ότι δεν ανήκε πια σε αυτόν τον κόσμο και σκεφτόταν σοβαρά να αποσυρθεί, να αφήσει πίσω της τις ηχογραφήσεις, τις περιοδείες και ό,τι συνόδευε την ιδιότητα της μουσικού. Η έμπνευση έμοιαζε να στερεύει και η χαρά της δημιουργίας να χάνεται μέσα στον κυνισμό της εποχής.
Και τότε, μία μέρα, ενώ οδηγούσε, συνέβη κάτι μαγικό. Από το ραδιόφωνο ξεχύθηκε ένα τραγούδι του 1998 που τράβηξε την προσοχή της. Ήταν ένα κομμάτι γεμάτο ενέργεια, με έναν σχεδόν προκλητικά αισιόδοξο τόνο και στίχους που μιλούσαν για αντίσταση, ελπίδα και την απόρριψη της κενότητας του σύγχρονου κόσμου. Ήταν ένα τραγούδι που δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα κυριαρχούσαν στα ραδιόφωνα της εποχής.
«Οδηγούσα, και άκουσα ένα τραγούδι, και αναγκάστηκα να σταματήσω στην άκρη του δρόμου», θα διηγούνταν αργότερα η ίδια. «Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα κάτι που πίστευα ότι είχε… είχε πολλή καρδιά, και ήταν φρέσκο, και ήταν ευφυές, και ήταν πανηγυρικό».
Η Joni Mitchell, η γυναίκα που είχε γράψει μερικούς από τους πιο σπαρακτικούς και εγκεφαλικούς στίχους στην ιστορία της μουσικής, είχε μόλις συγκλονιστεί από ένα one-hit wonder.
Το τραγούδι αυτό ήταν το «You Get What You Give» των New Radicals, ένας ύμνος που, αν και αμερικανικής προέλευσης, ενσωμάτωνε απόλυτα το πνεύμα της εναλλακτικής pop-rock σκηνής που κυριαρχούσε και στη Βρετανία εκείνη την περίοδο.
Για την Mitchell, το τραγούδι αυτό ήταν μία αποκάλυψη. Η ίδια περιέγραψε την εμπειρία λέγοντας: «Έτυχε να ακούσω αυτό το τραγούδι στο ραδιόφωνο και σκέφτηκα, “αυτό είναι ένα πραγματικά καλό τραγούδι”. Με έκανε τόσο χαρούμενη. Είναι ένα από εκείνα τα τραγούδια που σε κάνουν να θέλεις να χορέψεις». Η επίδρασή του, όμως, ήταν πολύ βαθύτερη από μία απλή, φευγαλέα στιγμή ευχαρίστησης.
Η αντίδρασή της δεν ήταν απλώς διανοητική εκτίμηση. Ήταν μία βαθιά, σωματική συγκίνηση. «Απλώς έκλαψα», ομολόγησε. «Σκέφτηκα, “Θεέ μου, τελικά δεν έχουν χαθεί όλα”. Εννοώ, αυτό είναι ένα αγνό, καλόκαρδο και φρέσκο τραγούδι. Απλώς σκέφτηκα, “Θα επιστρέψω στο στούντιο”». Η απόφασή της ήταν ακαριαία και οριστική: «Άλλαξα γνώμη για την παραίτηση εξαιτίας αυτού του τραγουδιού».
Η αφυπνιστική ενέργεια του «You Get What You Give» και οι στίχοι του, που αποτελούσαν ένα ηχηρό ράπισμα στην επιφανειακότητα και την απληστία, λειτούργησαν ως το αντίδοτο στην απογοήτευση της Mitchell. Ήταν μία υπενθύμιση ότι η μουσική μπορούσε ακόμα να είναι αυθεντική, να έχει νόημα και να εμπνέει. «Ήμουν έτοιμη να τα παρατήσω, αλλά εκείνο το τραγούδι μου έσωσε τη ζωή. Άλλαξα γνώμη σχετικά με την παραίτηση», παραδέχτηκε με απόλυτη ειλικρίνεια.
Η ιστορία, ωστόσο, αποκτά μία διάσταση γλυκόπικρης ειρωνείας όταν εξετάζει κανείς την πορεία του δημιουργού αυτού του ύμνου αισιοδοξίας.
Ο Gregg Alexander, η ψυχή των New Radicals, ένιωθε για τη μουσική βιομηχανία την ίδια ακριβώς αποστροφή με την Joni Mitchell. Λίγο μετά την τεράστια επιτυχία του «You Get What You Give», διέλυσε το συγκρότημα, δηλώνοντας ότι η πίεση και η ψευτιά του να είσαι «pop star» ήταν κάτι που δεν άντεχε. Χαρακτήρισε την όλη διαδικασία ένα «άρρωστο και διαστρεβλωμένο παιχνίδι» και επέλεξε συνειδητά να αποσυρθεί από το προσκήνιο, συνεχίζοντας να γράφει τραγούδια για άλλους καλλιτέχνες, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Το τραγούδι που έπεισε μία θρύλο να μην τα παρατήσει, γράφτηκε από έναν άνθρωπο που τα παράτησε σχεδόν αμέσως μετά, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Το «You Get What You Give» είναι ένα παράδοξο έργο τέχνης: ένας ύμνος στην επιμονή και την εσωτερική δύναμη, που περιέχει ταυτόχρονα έναν από τους πιο διάσημους επιθετικούς στίχους στην ιστορία της ποπ, στοχοποιώντας ονομαστικά τους Beck, Hanson, Courtney Love και Marilyn Manson.
Η σύνδεση ανάμεσα στην Joni Mitchell, την ιέρεια της εσωτερικής αναζήτησης και της πολύπλοκης αρμονίας, και σε έναν σχεδόν one-hit-wonder ύμνο των ‘90s, αποκαλύπτει τη μαγική και απρόβλεπτη δύναμη της μουσικής.
Ένα τραγούδι δεν χρειάζεται να ανήκει στο ίδιο είδος ή στην ίδια γενιά για να αγγίξει μία ψυχή. Αρκεί να μεταφέρει ένα μήνυμα ειλικρίνειας και ελπίδας τη στιγμή που κάποιος το έχει περισσότερο ανάγκη.
Αυτή η παράξενη, σχεδόν κυκλική ιστορία, αποτελεί μία υπέροχη υπενθύμιση της δύναμης που μπορεί να έχει ένα και μόνο τραγούδι. Μπορεί να ξεπεράσει τις προθέσεις του δημιουργού του, να ταξιδέψει μέσα από τα ηχεία και να προσγειωθεί στην ψυχή ενός ανύποπτου ακροατή, αλλάζοντας την πορεία του.
Ένα τραγούδι που γεννήθηκε μέσα από την απογοήτευση, κατάφερε να διαλύσει την απογοήτευση μιας άλλης, σπουδαίας καλλιτέχνιδας. Και αυτό, τελικά, είναι η πεμπτουσία της τέχνης: να δίνεις αυτό που έχεις, ακόμα κι αν δεν συνειδητοποιείς ποιος και πώς θα το λάβει.
Ένα pop τραγούδι, γραμμένο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον κόσμο της, κατάφερε όχι μόνο να της φτιάξει τη διάθεση, αλλά και να την πείσει να συνεχίσει να μοιράζεται το ανεκτίμητο δώρο της με τον κόσμο. Και γι’ αυτό, είμαστε όλοι ευγνώμονες.
