Με το «Live from Glastonbury» η pop-punk ιέρεια της Gen Z Olivia Rodrigo επικυρώνει πανηγυρικά ότι είναι μία αυθεντική rock star – με αφοσίωση στο παρελθόν, ενσυναίσθηση στο παρόν και μαγνητισμό που κοιτάει μόνο μπροστά.
Αν υπάρχει κάποια καλλιτέχνιδα σήμερα που μπορεί να συνδυάσει τη φρεσκάδα της Generation Z με την αδιαπραγμάτευτη ενέργεια ενός rock ειδώλου περασμένων δεκαετιών, αυτή είναι σίγουρα η Olivia Rodrigo. Στο απόγειο της περιοδείας της το 2025 —μία διεθνή σειρά εμφανίσεων με στάσεις στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου— η μόλις 22χρονη τραγουδοποιός δεν ησυχάζει. Αντίθετα, ανεβάζει τον εαυτό της στη σκηνή του Glastonbury και κυριολεκτικά καίει τα πάντα.
Το «Live from Glastonbury (A BBC Recording)» δεν είναι απλώς μία αναμνηστική κυκλοφορία. Είναι μία δίωρη, διπλή, πανηγυρική στέψη – μία μυσταγωγία όπου τα Doc Martens της Rodrigo βαραίνουν το έδαφος με κάθε βήμα, ενώ η φωνή της αιχμαλωτίζει από τις πιο ήπιες μπαλάντες μέχρι τους πιο λυσσαλέους punk ρυθμούς.
Κυκλοφορεί σε διπλό βινύλιο ως ένας φόρος τιμής στις παλιές καλές εποχές του «Alive!» των Kiss ή του «Live Rust» του Neil Young, αλλά η πραγματική του δύναμη βρίσκεται αλλού: στο ότι καταγράφει μία στιγμή που ορίζεται με διάρκεια.
Η Olivia Rodrigo ξεκινά το πρόγραμμά της με το εκρηκτικό «Obsessed» – μία ωδή σε όλους τους φθόνους και τις ανασφάλειες που κρύβεις μέχρι να ουρλιάξεις. Από την πρώτη νότα, το κοινό παραδίδεται. Η πανκ επίθεση ενισχύεται από την καθαρά γυναικεία μπάντα της, με τις κιθαρίστριες Daisy Spencer και Arriana Powell να ξεχωρίζουν μέσα από σόλο μονομαχίες γεμάτες συναίσθημα και φλόγα.
Σε μία από τις πιο θεαματικές στιγμές της συναυλίας, η Olivia κυριολεκτικά σύρεται στη σκηνή για να προσκυνήσει την κιθαρίστριά της καθώς παίζει το «Bad Idea Right» — μία vintage σπιρτάδα rock θεατρικότητας μεταφρασμένη απόλυτα στο τώρα.
Αλλά αυτή δεν είναι μία Olivia Rodrigo όπως την είχαμε ξαναδεί. Στην περιοδεία του 2025 πετά από πάνω της τις θεατρικές εξάρσεις των αρχικών συναυλιών του «Guts Tour» και μεταμορφώνεται σε μία αιμοδιψή θεά της σκηνής — μία αγέρωχη performer, έτοιμη να βουτήξει με μανία στην παράδοση του φεμινιστικού punk των ’90s. Οι Babes in Toyland, οι Breeders, οι L7 – όλα εκεί. Παρόν και μέλλον σε εξίσου πρωτόγονα φορτισμένες εκτελέσεις.
Η κορυφαία στιγμή; Ίσως εκείνη που κατάφερε να γίνει viral, όταν έφερε στη σκηνή τον ίδιο τον Robert Smith των The Cure.
«Ίσως ο καλύτερος τραγουδοποιός της Αγγλίας, ένας θρύλος του Glastonbury και ένας προσωπικός μου ήρωας», είπε η Rodrigo, ενώ ο Smith –παντελώς χαμογελαστός, γεγονός εντυπωσιακό για τον ίδιο– τραγούδησε μαζί της τα διαχρονικά «Just Like Heaven» και «Friday I’m in Love».
Η σκηνή ήταν σχεδόν σουρεαλιστική: ο βετεράνος του goth, χαμογελαστός σαν έφηβος, κοιτούσε την Olivia Rodrigo καθώς εκείνη έλιωνε στη σκηνή δίπλα του. «Ο πιο cool, ευγενικός και θαυμάσιος άνθρωπος εκεί έξω», τον αποκαλεί λίγα λεπτά αργότερα. Ναι, ήταν σαν όνειρο.
Οι αναφορές στην Αγγλία, βέβαια, δεν σταματούν εκεί: «Πρέπει να ξέρετε κάτι για μένα: λατρεύω την Αγγλία, γ***το!», φωνάζει στο κοινό λίγο πριν ερμηνεύσει το «So American». Εκεί εξηγεί την αδυναμία της στην κουλτούρα των pub και… στα sticky toffee puddings. «Αληθινή ιστορία — έχω φάει τρία sticky toffee puddings από τη στιγμή που έφτασα εδώ», δηλώνει ξεκαρδισμένη.
Και καταλήγει: «Και, κατά τύχη, λατρεύω και τα αγόρια της Αγγλίας!». Το κομμάτι γράφτηκε για τον σύντροφό της, τον ηθοποιό Louis Partridge. «Τον κορόιδευα που έτρωγε πατάτα με φασόλια μέσα, και εκείνος εμένα για την προφορά μου. Του έλεγα ότι λέμε “Glaston-berry”, σαν μούρο. Όλες μας οι μικρές εσωτερικές αστείες στιγμές μπήκαν στο τραγούδι», αναφέρει με αφοπλιστική τρυφερότητα.
Η εμφάνισή της στο Glastonbury δεν ήταν η πρώτη: το 2022 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο θρυλικό φεστιβάλ — στα 19 της, χωρίς να έχει πάει ποτέ σε φεστιβάλ ως θεατής. Αποκαλύπτοντας τις εμμονές της, είχε καλέσει τότε την Lily Allen στη σκηνή για το «Fuck You», ενεργοποιώντας ουσιαστικά το… φαινόμενο «Lilyssaince».
Χωρίς φόβο ή φίλτρο, είχε επιλέξει να αναφέρει κάθε δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που είχε υποστηρίξει την ανατροπή του συνταγματικού δικαιώματος στην άμβλωση, καίγοντας πολιτικά τις σκηνές με το σύνθημα: «We hate you!» (Σας μισούμε!).
Αυτή η γενναία καλιφορνέζα, που μεγάλωσε με τους The Smiths και τωμ The Cure, κατάλαβε νωρίς τι σημαίνει βρετανικό φεστιβάλ και τι τιμή αντιπροσωπεύει το Glastonbury. Πριν ανέβει φέτος στη σκηνή ως headliner, θεάθηκε ανάμεσα στο πλήθος να παρακολουθεί τους Pulp και να τραγουδά στους ώμους του αγαπημένου της το «Common People», με τον ίδιο ενθουσιασμό που είχε πάντα.
Από τις μπαλάντες «Driver’s License» και «Happier», μέχρι τους ηλεκτρονικούς ρυθθμούς των ’80s στα «Love Is Embarrassing» και «So American» και την lo-fi μελαγχολία του «Favorite Crime», η συναυλία είναι γεμάτη συγκίνηση. Όταν φτάνει η στιγμή του «Vampire», ακούγονται εκατοντάδες χιλιάδες φωνές να τραγουδούν σε απόλυτη αρμονία.
Και ύστερα έρχεται η απογείωση: «Brutal», «All-American Bitch», «Good 4 U», «Get Him Back» — τέσσερις ασυγκράτητες εκρήξεις pop-punk λύσσας, που δίνουν στο Glastonbury την ένταση μιας χρονοκάψουλας συναισθημάτων. «Αυτά τα 90 λεπτά ήταν, μάλλον, τα πιο συναρπαστικά της ζωής μου», γράφει η ίδια στις σημειώσεις του βινυλίου.
Η Olivia Rodrigo έχει αναγάγει πλέον τις επί σκηνής συνεργασίες σε τέχνη. Από όταν τραγούδησε το «Deja Vu» δίπλα στον Billy Joel μέχρι την αξέχαστη συνύπαρξη με τον David Byrne στο «Burning Down The House» στο Governors Ball της Νέας Υόρκης (που έκλεισε με έναν σχεδόν σουρεαλιστικό χορευτικό διαγωνισμό), κάθε τέτοια στιγμή αποτελεί εκδήλωση άδολης λατρείας για τη μουσική.
Στο Lollapalooza κάλεσε τους Weezer, τραγουδώντας το «Buddy Holly». Όταν απευθύνει στον Rivers Cuomo τον στίχο «you need a guardian» (χρειάζεσαι έναν φύλακα), νιώθεις πως όλα έχουν πια αλλάξει.
Το φινάλε με τον Robert Smith, όμως, είναι ξεχωριστό. Είναι μία γενιά που μιλά σ’ άλλη γενιά — όχι για να συγκρουστούν, αλλά για να γιορτάσουν. Κοινός τους τόπος: η θλίψη ως τέχνη, η ποπ ως κάθαρση. Αν υπάρξει ποτέ κοινή εκτέλεση του «Lullaby» ή του «One Hundred Years», θα είναι ευλογία. Κι αν ποτέ ο Robert Smith τραγουδήσει το «Happier», θα είναι συγκινητικό σε βαθμό αβάσταχτο.
Το «Live from Glastonbury» δεν είναι απλά ένας ζωντανός δίσκος. Είναι η απόδειξη ότι η Olivia Rodrigo δεν είναι άλλο ένα pop φαινόμενο της στιγμής, αλλά μία δημιουργός που μπορεί να κοιτά όσο πίσω θέλει —και να ανασάνει όσο μπροστά επιλέγει.
Το rock, αν μη τι άλλο, δεν πεθαίνει. Απλώς αλλάζει πρόσωπα και δέρματα. Η Olivia Rodrigo δεν το ανασταίνει. Απλώς του δίνει ξανά λόγο να κοπανιέται στις φλέβες των εικοσάρηδων, μέσα από φωνές σαν την δική της. Στο Glastonbury, ανάμεσα σε θρύλους και ιστορίες, γεννήθηκε ένας νέος μύθος.
