Ο Paul Draper επιστρέφει στα τραγούδια που τον καθιέρωσαν, ξεκαθαρίζοντας όμως πως η νέα δισκογραφική δουλειά του δεν αποτελεί προάγγελο κάποιας επανένωσης.
Η σχέση ενός καλλιτέχνη με το παρελθόν του είναι συχνά μία περίπλοκη διαδρομή ανάμεσα στη νοσταλγία και την ανάγκη για αναθεώρηση. Για τον Paul Draper, τον άνθρωπο που ηγήθηκε των Mansun σε μία εποχή που η βρετανική σκηνή αναζητούσε απεγνωσμένα κάτι πιο σκοτεινό και πολυεπίπεδο από την τυπική Britpop, η επιστροφή στις ρίζες του δεν συνεπάγεται και επιστροφή στους παλιούς του συνοδοιπόρους.
Με αφορμή το νέο του εγχείρημα, ο Paul Draper θέλησε να βάλει ένα τέλος στις φήμες και τις ελπίδες των οπαδών για μία πιθανή ανασύσταση του συγκροτήματος. Ο καλλιτέχνης που υπέγραψε τη μεγάλη επιτυχία «Wide Open Space» επέλεξε να αναμετρηθεί ξανά με το υλικό της μπάντας του, αλλά αυτή τη φορά με τους δικούς του, αποκλειστικά σόλο όρους.
Η κυκλοφορία του δίσκου «Mansun Retold» φέρνει στο προσκήνιο ακουστικές διασκευές εμβληματικών κομματιών, όμως η απουσία των υπόλοιπων μελών δεν είναι τυχαία. Ο Paul Draper αντιμετώπισε εξαρχής αυτή τη δουλειά ως μία προσωπική κατάθεση, χωρίς να μπει ποτέ στη διαδικασία να εξετάσει το ενδεχόμενο να μοιραστεί ξανά το στούντιο με τους Stove King, Andie Rathbone και Dominic Chad.
Όταν κλήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα αν η σκέψη μιας επανένωσης πέρασε ποτέ από το μυαλό του, η απάντησή του στο ContactMusic.com ήταν κατηγορηματική και αφοπλιστική.
«Όχι. Όχι, νομίζω πως με τους Mansun ήμασταν μαζί για οκτώ χρόνια, συν δύο χρόνια πριν υπογράψουμε συμβόλαιο, οπότε αυτό αποτέλεσε μία δεκαετία της ζωής μου. Όταν διαλυθήκαμε, τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του, το κεφάλαιο αυτό έκλεισε οριστικά και δεν υπήρξε ποτέ η παραμικρή σκέψη να βρεθούμε ξανά μαζί», είπε.
Η δήλωση αυτή δεν κρύβει πικρία, αλλά μία ρεαλιστική αποδοχή του χρόνου που πέρασε. Ο Paul Draper δείχνει να έχει συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι η χημεία εκείνης της δεκαετίας ανήκει σε μία άλλη εποχή, η οποία δεν μπορεί και δεν χρειάζεται να αναπαραχθεί στο σήμερα.
Για τον ίδιο, η ουσία της νέας του δουλειάς βρίσκεται στην καλλιτεχνική μετεξέλιξη και όχι στην ανακύκλωση προσώπων. «Πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό εγχέρημα από εκείνο. Είμαι εγώ, ως σόλο καλλιτέχνης, που επιλέγω μερικά από τα αγαπημένα μου τραγούδια και τα αναδημιουργώ με μία πλήρως ακουστική μπάντα. Αυτή ήταν πάντα η ιδέα πίσω από το project, ποτέ η επανένωση των Mansun», σημείωσε.
Αυτή η απόσταση από το παρελθόν αντανακλάται και στην πλήρη έλλειψη επικοινωνίας με τα υπόλοιπα μέλη σχετικά με το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα του «Mansun Retold». Ο Paul Draper παραδέχεται με ειλικρίνεια πως δεν γνωρίζει πώς θα μπορούσαν να δουν οι πρώην συνεργάτες του αυτές τις νέες εκτελέσεις των κοινών τους τραγουδιών.
«Δεν έχω ιδέα πώς θα αντιδρούσαν σε αυτό, πραγματικά, κυριολεκτικά καμία ιδέα. Ίσως επικοινωνήσω με τον ντράμερ, τον Andie Rathbone, για να δω τι πιστεύει, αλλά δεν γνωρίζω», ανέφερε χαρακτηριστικά, αφήνοντας να εννοηθεί πως οι γέφυρες του παρελθόντος έχουν αντικατασταθεί από μία ευγενική αλλά σαφή αποξένωση.
Η ανάγκη του να επιστρέψει στο ρεπερτόριο των Mansun δεν γεννήθηκε από μία διάθεση αυτοθαυμασμού, αλλά από μία βαθιά καλλιτεχνική ανησυχία. Υπήρχαν πτυχές των αρχικών ηχογραφήσεων που, με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να τον ενοχλούν, καθώς η αισθητική του ωρίμαζε και οι απαιτήσεις του αυξάνονταν.
Όπως εξήγησε ο ίδιος: «Ο κύριος λόγος είναι ότι δεν ήμουν ιδιαίτερα ευχαριστημένος με κάποιες από τις αρχικές ηχογραφήσεις. Ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω σε ένα-δύο κομμάτια και σκεφτήκαμε ότι θα μπορούσαμε να τα κυκλοφορήσουμε ως B-sides στη σόλο δουλειά μου».
Η διαδικασία αυτή λειτούργησε ως καταλύτης. Η πρώτη προσπάθεια έγινε με το «Until the Next Life», ένα κομμάτι που στην αρχική του μορφή έφερε τα σημάδια της τεχνολογίας της εποχής του, κάτι που ο Paul Draper ήθελε πλέον να διορθώσει με μία πιο οργανική προσέγγιση.
«Στην αρχική ηχογράφηση είχαμε χρησιμοποιήσει συνθετικά έγχορδα και drum machine, ενώ τώρα ήθελα να το αποδώσω με έναν κανονικό ντράμερ και κουαρτέτο εγχόρδων – και το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό. Δεν θέλαμε απλώς να αναπαράγουμε τα τραγούδια, οπότε καταλήξαμε στην ιδέα να το κάνουμε με μία πλήρως ακουστική μπάντα, δηλαδή ακουστική κιθάρα, ακουστικό μπάσο και κουαρτέτο εγχόρδων. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Θέλαμε να βελτιώσουμε τις αρχικές ηχογραφήσεις», περιέγραψε.
Ωστόσο, αυτή η διαδικασία της αποδόμησης και της ανασύνθεσης είχε και τα όριά της. Ορισμένα κομμάτια αποδείχθηκαν ανθεκτικά στην αλλαγή, διατηρώντας μία ταυτότητα που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ηλεκτρισμό ή τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκαν.
Ο Paul Draper δεν δίστασε να παραδεχθεί πως υπήρξαν στιγμές που το εγχείρημα συνάντησε τοίχο.
«Υπάρχουν μερικά τραγούδια από το “Six”, όπως το “Being a Girl Part 2”, όπου το μέρος της κιθάρας δεν μπορούσε να μεταφερθεί σωστά σε ακουστική lead κιθάρα. Το άλλο ήταν το “Legacy”, το οποίο εξακολουθώ να παίζω ζωντανά ως σόλο καλλιτέχνης. Όταν όμως ήρθε η ώρα να το κάνουμε στο στούντιο, έπρεπε να αλλάξουμε τον τόνο του. Ήταν απλώς πολύ ψηλό για τη φωνή μου πλέον και σε χαμηλότερο τόνο το αποτέλεσμα απλώς δεν λειτουργούσε», εξήγησε.
Αυτή η παραδοχή της φθοράς και των περιορισμών είναι που προσδίδει στον Paul Draper μία αυθεντικότητα που σπανίζει. Δεν προσπαθεί να υποδυθεί τον εαυτό του από τη δεκαετία του ’90, ούτε να εκμεταλλευτεί το όνομα της μπάντας του για μία εύκολη περιοδεία επανένωσης.
Αντίθετα, επιλέγει να κοιτάξει το έργο του κατάματα, να διορθώσει όσα θεωρεί ατέλειες και να προχωρήσει μπροστά, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αφήσει οριστικά πίσω του κάποιους από τους πιο εμβληματικούς του σταθμούς.
Το «Mansun Retold» είναι τελικά ένας δίσκος που αφορά το παρόν του καλλιτέχνη. Είναι η απόδειξη πως ένας τραγουδοποιός μπορεί να τιμά την κληρονομιά του χωρίς να γίνεται δέσμιός της, επιλέγοντας την εξέλιξη έναντι της ασφαλούς επανάληψης. Για τους θαυμαστές, μπορεί η ελπίδα μιας επανένωσης να έσβησε, όμως η ευκαιρία να ακούσουν αυτά τα τραγούδια μέσα από ένα νέο, πιο ώριμο πρίσμα, είναι ίσως μία πολύ πιο ειλικρινής πρόταση.
