Η κυκλοφορία του νέου βιβλίου «Volume» αποκαλύπτει το παρασκήνιο της καλλιτεχνικής αυτονομίας των Pet Shop Boys, χαρτογραφώντας τέσσερις δεκαετίες αισθητικής πρωτοπορίας και αδιαπραγμάτευτου ελέγχου.
Οι Pet Shop Boys δεν υπήρξαν ποτέ ένα τυπικό συγκρότημα της synth-pop. Με την κυκλοφορία του νέου, ογκώδους βιβλίου με τίτλο «Volume», η οποία εκτείνεται σε περισσότερες από 600 σελίδες, το δίδυμο επιχειρεί μία βαθιά κατάδυση στο προσωπικό του αρχείο. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μία επανασύσταση του οπτικού τους σύμπαντος, περιλαμβάνοντας τα πάντα: από τα εμβληματικά εξώφυλλα των δίσκων τους μέχρι τα video clips και τα σκηνικά που απέκτησαν τη δική τους αυτόνομη αξία δίπλα στη μουσική τους.
Ο Neil Tennant και ο Chris Lowe μιλούν με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τις επιλογές που διαμόρφωσαν την πορεία τους. Η αφήγησή τους εστιάζει στον απόλυτο έλεγχο που άσκησαν στην εικόνα τους από την πρώτη στιγμή, αλλά και στις περιπτώσεις εκείνες που η καλλιτεχνική τους ταυτότητα ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με τις απαιτήσεις της δισκογραφικής τους εταιρείας.
Για το θρυλικό δίδυμο, η μουσική αποτελούσε ανέκαθεν ένα συνολικό πακέτο. Η εικόνα, από τον τρόπο που ντύνονταν μέχρι τη σκηνοθεσία των βίντεο, είχε την ίδια ακριβώς βαρύτητα με τον ήχο των συνθεσάιζερ. «Μας ενδιέφερε πάντα η συνολική εμπειρία», αναφέρει ο Neil Tennant, περιγράφοντας μία φιλοσοφία που αγγίζει την έννοια του ολικού έργου τέχνης, ακόμα και αν οι ίδιοι αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τέτοιους βαρύγδουπους όρους.
Αυτή η αισθητική συνέπεια δεν πέρασε απαρατήρητη από τον κόσμο της τέχνης. Δημιουργοί όπως ο Wolfgang Tillmans και ο Alasdair McLellan είχαν ήδη δεχθεί την επιρροή των Pet Shop Boys πολύ πριν βρεθούν σε θέση να συνεργαστούν μαζί τους. Το μυστικό της επιτυχίας τους κρύβεται στην απόλυτη ελευθερία που κατάφεραν να εξασφαλίσουν σε μία εποχή που η βιομηχανία λειτουργούσε με πολύ πιο αυστηρούς κανόνες.
Από το ξεκίνημά τους, οι Pet Shop Boys πέτυχαν κάτι που ελάχιστοι καλλιτέχνες απολάμβαναν: πλήρη καλλιτεχνική αυτονομία. Αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα τύχης, αλλά στρατηγικής επιλογής και σκληρών διαπραγματεύσεων. «Στο συμβόλαιο είχαμε ξεκάθαρα ότι αποφασίζουμε εμείς», δηλώνει ο Chris Lowe, εξηγώντας πώς κατάφεραν να διατηρήσουν την ακεραιότητά τους απέναντι σε εμπορικά συμφέροντα.
Αυτή η ελευθερία δικαιολογεί επιλογές που συχνά έμοιαζαν να πηγαίνουν κόντρα στην κοινή λογική της αγοράς. Ενώ η δεκαετία του ’80 απαιτούσε πληθωρικότητα, εκείνοι επέλεγαν σχεδόν άδεια εξώφυλλα και έναν έντονο μινιμαλισμό. Οι εμφανίσεις τους στερούνταν οποιασδήποτε διάθεσης για εντυπωσιασμό, δημιουργώντας μία νέα γλώσσα στην οπτική επικοινωνία της μουσικής.
Σε μία περίοδο που η synth-pop και η electronic ήταν συνυφασμένες με την υπερβολή, οι Pet Shop Boys πρότειναν το ακριβώς αντίθετο. Στις τηλεοπτικές τους εμφανίσεις, η στάση τους ήταν συχνά στατική, σχεδόν ακίνητη. Αυτή η επιλογή προκαλούσε έντονη αμηχανία στα στελέχη της μουσικής βιομηχανίας, που είχαν συνηθίσει σε πιο έντονο θέαμα.
«Υπήρξε ανησυχία, γιατί δεν “έδιναν” θέαμα», θυμάται ο Neil Tennant, αναλογιζόμενος τις αντιδράσεις των ανθρώπων της EMI. Ωστόσο, αυτή η άρνηση να συμμορφωθούν με τα πρότυπα του κλασικού pop star ήταν που τους διαφοροποίησε και τους έκανε να ξεχωρίσουν. Η στάση τους δεν ήταν ποτέ τυχαία, αλλά μία συνειδητή πράξη αντίστασης στη μαζική κουλτούρα της εποχής.
Ακόμη και σε στιγμές υψηλής προβολής, όπως σε μία επίσημη βασιλική εκδήλωση, το δίδυμο αρνήθηκε να ακολουθήσει το τυπικό πρωτόκολλο. Η απόφασή τους να μη συμμετάσχουν στον τελικό χαιρετισμό ήταν μία δήλωση αυθεντικότητας. «Δεν μας ταίριαζε αυτό», αναφέρει λιτά ο Chris Lowe, δείχνοντας ότι η συνέπεια στον εαυτό τους ήταν πάνω από κάθε κοινωνική σύμβαση.
Μία από τις πιο έντονες συγκρούσεις με τη δισκογραφική τους σημειώθηκε το 1990, με αφορμή το τραγούδι «Being Boring». Το video clip, σε σκηνοθεσία του Bruce Weber, ξεκινούσε με την εικόνα ενός γυμνού άνδρα σε ένα τραμπολίνο, κάτι που προκάλεσε την άμεση αντίδραση της EMI. Η εταιρεία εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για το περιεχόμενο, παρά το γεγονός ότι παρόμοιες εικόνες ήταν ήδη μέρος της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
«Μας έκαναν παρατήρηση για το περιεχόμενο», λέει ο Neil Tennant, ενώ παραδέχθηκε ότι χρόνια αργότερα ανακάλυψαν πως η επίμαχη σκηνή είχε αφαιρεθεί από κάποιες επίσημες κυκλοφορίες.
Παράλληλα, το συγκρότημα απέφευγε συστηματικά τις ταμπέλες, επιλέγοντας να παραμείνει σε έναν χώρο καλλιτεχνικής ασάφειας όσον αφορά την ταυτότητά του. «Μείναμε σκόπιμα απροσδιόριστοι», συμπληρώνει ο Neil Tennant, σχολιάζοντας την τρέχουσα ανάγκη για απόλυτους ορισμούς.
Η αντισυμβατική τους ματιά αποτυπώθηκε με τον πιο ακραίο τρόπο στο τραγούδι «Home and Dry». Το μουσικό βίντεο που γύρισε ο Wolfgang Tillmans αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από πλάνα με ποντίκια στις σήραγγες του μετρό. Η δισκογραφική εταιρεία το απέρριψε χαρακτηρίζοντάς το ως «μη βίντεο», όμως οι Pet Shop Boys δεν υποχώρησαν, στηρίζοντας την καλλιτεχνική τους επιλογή μέχρι τέλους.
Παρά τις πειραματικές αυτές προσεγγίσεις, το συγκρότημα κατάφερε να παραμείνει στην κορυφή. Οι περιοδείες τους συνεχίζουν να γεμίζουν στάδια σε όλο τον κόσμο, αποδεικνύοντας ότι η εναλλακτική αισθητική μπορεί να συμβιώσει αρμονικά με την απόλυτη mainstream επιτυχία. Το βιβλίο «Volume» λειτουργεί ως ένας πλήρης χάρτης αυτής της διαδρομής, προσφέροντας μία σπάνια ματιά στον τρόπο που το ένστικτο μπορεί να νικήσει τον προγραμματισμό.
Στο κλείσιμο του βιβλίου, ο Neil Tennant προχωρά σε μία σημαντική αποκάλυψη για τη δημιουργική τους διαδικασία. «Πολλοί νομίζουν ότι τα σχεδιάζουμε όλα. Στην πραγματικότητα, πολλά γίνονται από ένστικτο», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αυτή η παραδοχή εξηγεί ίσως γιατί οι Pet Shop Boys παραμένουν τόσο επίκαιροι: επειδή συνεχίζουν να κινούνται ανάμεσα στο προβλέψιμο και το απρόβλεπτο, χωρίς να γίνονται ποτέ τυπικοί εκπρόσωποι της βιομηχανίας.
Η ιστορία τους, όπως καταγράφεται στις σελίδες του «Volume», είναι η ιστορία δύο δημιουργών που δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με το μέτριο. Μέσα από τη διαρκή αναζήτηση της αισθητικής τελειότητας και την προσήλωση στο όραμά τους, κατάφεραν να δημιουργήσουν μία κληρονομιά που ξεπερνά τα όρια της μουσικής.
