Σε ηλικία 76 ετών πέθανε ο Alan Osmond, ο άνθρωπος που σφράγισε τον ήχο και την πορεία του θρυλικού οικογενειακού συγκροτήματος, αφήνοντας πίσω του μία ιστορία γεμάτη επιτυχίες, πίστη και ανθεκτικότητα.
Ο Alan Osmond, ο τραγουδιστής, μουσικός και μεγαλύτερος αδελφός του κλασικού συγκροτήματος της δεκαετίας του ’70, The Osmonds, έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα, 20 Απριλίου.
Η είδηση του θανάτου του, σε ηλικία 76 ετών, επιβεβαιώθηκε από εκπρόσωπο της οικογένειας στο ABC 4 του Σολτ Λέικ Σίτι. Παρόλο που δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένη αιτία θανάτου, ο Alan Osmond είχε διαγνωστεί με πολλαπλή σκλήρυνση το 1987, μία μάχη που έδινε με αξιοπρέπεια για δεκαετίες.
Τις τελευταίες του στιγμές τις πέρασε έχοντας στο πλευρό του τη σύζυγό του, Suzanne, και τα παιδιά τους. Η απώλειά του σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μουσικές οικογένειες στον κόσμο.
Ο αδελφός και συνοδοιπόρος του στη σκηνή, Merrill Osmond, θέλησε να τον αποχαιρετήσει με ένα συγκινητικό μήνυμα, αποκαλύπτοντας την τελευταία τους συνομιλία.
«Μιλήσαμε όπως κάνουν τα αδέλφια, από καρδιά σε καρδιά. Δυσκολευόταν, αλλά όταν μοιράστηκα μαζί του ένα-δύο αστεία, βρήκε τη δύναμη να γελάσει… και μετά χαμογέλασε», έγραψε ο Merrill Osmond..
«Σε μία τρυφερή στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ, έγειρε κοντά μου και ψιθύρισε κάτι στο αυτί μου. Είπε: “Merrill, εσύ κι εγώ δουλέψαμε δίπλα-δίπλα. Δημιουργήσαμε, κάναμε την παραγωγή, σκηνοθετήσαμε… δώσαμε την καρδιά μας στο ‘The Plan’ μαζί με τον Wayne. Σε παρακαλώ… κάνε κάτι με αυτό. Άσε τον κόσμο να μάθει τι προσπαθούσαμε να πούμε”. Θέλω να ξέρετε ότι η παράκλησή του θα εισακουστεί», περιέγραψε.
Ο Alan Osmond και τα αδέλφια του μεγάλωσαν στο Όγκντεν της Γιούτα, ως μέλη της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Τα πρώτα τους μουσικά βήματα έγιναν στη χορωδία της εκκλησίας, όπου σφυρηλατήθηκε η πειθαρχία και η αρμονία τους. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ο Alan Osmond, μαζί με τους Merrill, Jay και Wayne, σχημάτισαν ένα κουαρτέτο barbershop μουσικής.
Η σκληρή δουλειά τούς οδήγησε σε εμφανίσεις στο Λος Άντζελες, συμπεριλαμβανομένων των παραστάσεων στην Disneyland, αλλά και σε μία μακρόχρονη συμμετοχή στο «The Andy Williams Show». Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, το συγκρότημα υποδέχτηκε τον μικρότερο αδελφό, Donny Osmond, και μεταμορφώθηκε σε ένα σχήμα της bubblegum pop.
Το 1970 κατέκτησαν το No. 1 στα charts με το τραγούδι «One Bad Apple», το οποίο είχε γραφτεί αρχικά για τους Jackson 5. Αυτή η επιτυχία ήταν η αφετηρία για μία εντυπωσιακή διαδρομή που τους καθιέρωσε ως ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα των 70s. Η δημόσια εικόνα τους, καθαρή και οικογενειακή, λειτουργούσε ως το αντίβαρο στα πιο σκοτεινά και προκλητικά στοιχεία της τότε pop κουλτούρας.
Αν και ο Alan Osmond σπάνια αναλάμβανε τα κύρια φωνητικά, ήταν ο αδιαμφισβήτητος δημιουργικός ηγέτης των The Osmonds. Ενώ στην αρχή το συγκρότημα βασιζόταν σε τραγούδια άλλων δημιουργών, σύντομα ο Alan Osmond και τα αδέλφια του άρχισαν να γράφουν το δικό τους υλικό. Πολλές από τις μεγάλες επιτυχίες τους, όπως τα «Down by the Lazy River», «Crazy Horses» και «Hold Her Tight», φέρουν την υπογραφή του.
Παράλληλα, αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς παραγωγούς του γκρουπ, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για αρκετά άλμπουμ, όπως το «The Plan» του 1973. Το συγκεκριμένο άλμπουμ, που κυκλοφόρησε στο αποκορύφωμα της δόξας τους, αποτέλεσε μία συμπύκνωση της πίστης και της φιλοσοφίας της οικογένειας. Ο τίτλος του ήταν μία σαφής αναφορά στο δόγμα των Μορμόνων για το Σχέδιο της Σωτηρίας.
Μουσικά, το «The Plan» ήταν ένα τολμηρό βήμα, εξερευνώντας ήχους της prog και της synth-pop. Στο τραγούδι «Movie Man», ο Alan Osmond χάρισε στο κοινό μία από τις σπάνιες ερμηνείες του ως βασικός τραγουδιστής. Η επιτυχία τους δεν περιορίστηκε μόνο στη μουσική βιομηχανία, καθώς οι πρεσβύτεροι της εκκλησίας τους απέδωσαν δεκάδες χιλιάδες βαπτίσεις κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, χάρη στην επιρροή τους.
Ωστόσο, στα μέσα της δεκαετίας, το οικογενειακό συγκρότημα άρχισε να επισκιάζεται από τη ραγδαία άνοδο της σόλο καριέρας του Donny Osmond, αλλά και από τη συνεργασία του με την αδελφή τους, Marie Osmond. Το τέλος της δεκαετίας υπήρξε ταραχώδες. Η περιουσία της οικογένειας εξανεμίστηκε εξαιτίας μιας σειράς από απατεώνες και τυχοδιώκτες που τους εκμεταλλεύτηκαν.
Παρά την οικονομική καταστροφή, ο πατριάρχης George Osmond αρνήθηκε να αφήσει την οικογένεια να κηρύξει πτώχευση. Αυτό ανάγκασε τον Alan Osmond και τα αδέλφια του να δέχονται κάθε πιθανή δουλειά, από εταιρικές εκδηλώσεις μέχρι επαρχιακά πανηγύρια, προκειμένου να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Η στάση αυτή ανέδειξε το σθένος και την ηθική τους συγκρότηση.
Μετά τη διάγνωσή του με πολλαπλή σκλήρυνση το 1987, ο Alan Osmond κατάφερε να συνεχίσει να εργάζεται για δύο ακόμη δεκαετίες. Αποσύρθηκε οριστικά από την ενεργό δράση το 2007, αν και πραγματοποίησε κάποιες σπάνιες εμφανίσεις στη σκηνή στα τέλη της δεκαετίας του 2010. Δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί, γράφοντας ένα τραγούδι για τον εορτασμό των εκατό χρόνων της πόλης Όρεμ στη Γιούτα το 2019.
Ο Alan Osmond υπήρξε η ήρεμη δύναμη πίσω από ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Η αφοσίωσή του στην οικογένεια, η δημιουργική του οξυδέρκεια και η ικανότητά του να αντιμετωπίζει τις αντιξοότητες με χαμόγελο, αποτελούν την αληθινή του κληρονομιά. Η μουσική των The Osmonds θα συνεχίσει να ακούγεται, υπενθυμίζοντας σε όλους της ανιδιοτελούς αγάπης ενός ανθρώπου που έζησε για να υπηρετεί το όραμα της οικογένειάς του.
