Από τους πρώτους ήχους των Jethro Tull μέχρι τις τελευταίες του νότες, ο Mick Abrahams έζησε για τη μουσική — με πάθος, χιούμορ και μία αμετακίνητη πίστη στην ψυχή των blues.
Υπήρξε εκεί, στην αυγή μιας εποχής που άλλαξε τη rock για πάντα. Ένας κιθαρίστας με ήχο γήινο, ανθρώπινο, δικό του. Ο Mick Abrahams δεν κυνήγησε ποτέ τη φήμη. Προτίμησε να κυνηγάει τον ήχο. Και ήταν αυτός ο ήχος που τον έκανε αθάνατο.
Στις 19 Δεκεμβρίου, σε ηλικία 82 ετών, ο θρυλικός κιθαρίστας άφησε πίσω του την τελευταία συγχορδία μιας ζωής γεμάτης θόρυβο, ευαισθησία και ξεροκεφαλιά. Εμβληματική μορφή της βρετανικής ροκ, ο Abrahams υπήρξε το ιδρυτικό νήμα των Jethro Tull — εκείνων των ανήσυχων μουσικών που το 1968 έφεραν πρώτοι στο προσκήνιο τη μυστηριώδη ένωση των blues και της jazz με τις rock δομές.
Γεννημένος στο Λούτον στις 7 Απριλίου 1943, εντάχθηκε στα τέλη του 1967 στην μπάντα The John Evan Band, λίγο προτού αυτοί μεταμορφωθούν στους Jethro Tull. Μαζί τους ηχογράφησε το πρώτο άλμπουμ, «This Was» — ένα έργο που ακόμη κουβαλάει την ανάσα των παλιών μπαρ, εκεί όπου οι συγχορδίες είχαν κάτι το χειροποίητο, το ατελές και γι’ αυτό μαγικό.
Όμως ο Abrahams δεν ήταν άνθρωπος συμβιβασμών. Η δημιουργική ένταση με τον Ian Anderson, τον χαρισματικό αλλά δεσποτικό frontman του συγκροτήματος, οδήγησε σε μία ρήξη που ο ίδιος θυμόταν με πικρό χαμόγελο.
«Ενοχλήθηκα που ο Ian έβλεπε τους Tull σαν δικό του συγκρότημα και δεν άκουγε κανενός άλλου τη γνώμη», εξομολογούνταν χρόνια αργότερα στο Prog. «Έτσι έφυγα. Είχα όμως υποσχεθεί πως δε θα τους αφήσω ξεκρέμαστους, μέχρι να βρουν αντικαταστάτη». Λίγο μετά, όπως αφηγούνταν, ήρθε το τηλεφώνημα του μάνατζερ Terry Ellis για να του πει… ότι απολύεται. «Του απάντησα απλώς: Πώς μπορείς να με απολύσεις, αφού έχω παραιτηθεί εδώ και τρεις εβδομάδες;»
Έτσι, ο Abrahams γύρισε σελίδα. Δημιούργησε τους Blodwyn Pig, ένα όνομα που τότε ηχούσε σχεδόν αστείο αλλά σύντομα έγινε σύμβολο μιας ανεξάρτητης μουσικής φλόγας. Με τα άλμπουμ «Ahead Rings Out» (1969) και «Getting to This» (1970), το συγκρότημα ταξίδεψε στα μεγάλα φεστιβάλ της Αγγλίας — στο Bath, στο Isle of Wight, στο Reading — μεταφέροντας εκείνη την πολυσχιδή ενέργεια του Abrahams, που ποτέ δεν περιορίστηκε σε ένα είδος.
«Πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου blues κιθαρίστα», είχε αναπολήσει, «αλλά ήθελα να κρατώ λίγο jazz, λίγο κάντρι, λίγη ψυχεδέλεια. Δεν ήθελα να μας βάλουν σε κουτιά». Εκεί ακριβώς κρυβόταν και η ουσία της μουσικής του — η ελευθερία.
Όταν οι Blodwyn Pig διαλύθηκαν το 1972, εκείνος δημιούργησε τους Wommett και κατόπιν τους The Mick Abrahams Band, αναζητώντας πάντα τον προσωπικό του ρυθμό. Τα επόμενα χρόνια κινήθηκε ανάμεσα σε σόλο άλμπουμ, επανενώσεις και νέες αρχές. Η αντοχή του, παρότι τραυματισμένη από ένα σοβαρό έμφραγμα το 2009, έμοιαζε αστείρευτη. Συνέχισε να ηχογραφεί, να διδάσκει, να παίζει. Το 2015 κυκλοφόρησε το τελευταίο του άλμπουμ, το «Revived» — έναν τίτλο σχεδόν προφητικό, γεμάτο ευγνωμοσύνη και ανεπιτήδευτη χαρά.
Την είδηση του θανάτου του συνόδευσαν λόγια συγκίνησης από συναδέλφους και φίλους. Ο διάδοχός του στους Jethro Tull, Martin Barre, έγραψε συγκινημένος: «Ο φίλος και μέντοράς μου, Mick Abrahams, έφυγε. Ήταν τόσο γενναιόδωρος μαζί μου, και αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Τι υπέροχος κιθαρίστας, που μας χάρισε τόσα πολλά. Αναπαύσου εν ειρήνη.»
Κάπου ανάμεσα στις χορδές μιας Telecaster και στον καπνό ενός σκοτεινού στούντιο του ’70, ο Mick Abrahams συνεχίζει να υπάρχει, γιατί άνθρωποι σαν εκείνον δεν «φεύγουν» στ’ αλήθεια. Απλώς παίζουν το τελευταίο τους σόλο — εκείνο που δεν τελειώνει ποτέ.
