Το επετειακό «Wish You Were Here 50» των Pink Floyd κυκλοφορεί τώρα και φέρνει στο φως σπάνιο υλικό, μία ιστορική ηχογράφηση – bootleg από το 1975 και την ανθρώπινη, συγκλονιστική στιγμή της απρόσμενης εμφάνισης του Syd Barrett στο στούντιο.
Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το «Wish You Were Here» των Pink Floyd επιστρέφει στο προσκήνιο με τρόπο που δικαιολογεί πλήρως τον μύθο του.
Το νέο «Wish You Were Here 50» box set δεν αποτελεί απλώς μία επετειακή έκδοση για τους θαυμαστές, αλλά μία ευκαιρία να παρακολουθήσουμε από κοντά μία κρίσιμη καμπή στην ιστορία των Pink Floyd: την περίοδο που ακολούθησε το κοσμογονικό «The Dark Side of the Moon», όταν το συγκρότημα βρέθηκε να μεταμορφώνεται από θεατρική δύναμη σε φαινόμενο γηπέδων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται καλλιτεχνικά και ψυχολογικά.
Η επετειακή κυκλοφορία τιμά τα 50 χρόνια από το ένατο άλμπουμ των Pink Floyd, το οποίο αποτέλεσε συνέχεια ενός δίσκου – ορόσημου που άλλαξε τα δεδομένα. Μέσα στο «Wish You Were Here 50», οι ακροατές βρίσκουν μία πληθώρα από υλικά που προκαλούν ενθουσιασμό: δοκιμές, απορρίψεις, προεπισκοπήσεις τραγουδιών που αργότερα κατέληξαν στο «Animals», αλλά και μία σειρά από κρυμμένα διαμάντια που ρίχνουν φως στην εποχή, την ατμόσφαιρα και τη δημιουργική διαδικασία.
Ανάμεσα σε όλα αυτά, όμως, ξεχωρίζει ένα μπόνους που ήδη συζητείται ως το πιο συναρπαστικό: μία ιστορική ηχογράφηση – bootleg από τη συναυλία της 26ης Απριλίου 1975 στο Los Angeles Sports Arena, περίπου τεσσεράμισι μήνες πριν από την κυκλοφορία του «Wish You Were Here». Η συναυλία καταγράφηκε τη στιγμή που το συγκρότημα βρισκόταν ακόμη στο μέσο της δημιουργίας του δίσκου, γεγονός που την καθιστά μοναδικό ντοκουμέντο: είναι σαν να ακούμε τους Pink Floyd να “δουλεύουν” δημόσια, να δοκιμάζουν, να τεντώνουν τον ήχο τους και να μετράνε τις αντιδράσεις του κοινού.
Το συγκεκριμένο bootleg γράφτηκε από τον θρυλικό, πλέον εκλιπόντα bootlegger Mike Millard, είναι γνωστό εδώ και χρόνια στην γκρίζα αγορά και τώρα, για πρώτη φορά, αποκτά επίσημη υπόσταση. Τη φροντίδα της αποκατάστασης ανέλαβε ο Steven Wilson, ο οποίος το φρέσκαρε ειδικά για να ενταχθεί στο σετ, σηματοδοτώντας την πρώτη του επίσημη κυκλοφορία.
Ο ντράμερ Nick Mason, κοιτώντας πίσω, περιγράφει με ακρίβεια το μέγεθος της αλλαγής που έφερε εκείνη η εποχή: «Το σπουδαίο με το “Dark Side” ήταν ότι μας εκτόξευσε από μία “λειτουργία” σε μέγεθος θεάτρου σε αρένα, ίσως ακόμη και σε στάδιο». Δεν είναι μία απλή αναδρομή επιτυχίας, αλλά η παραδοχή πως η φήμη δεν άλλαξε μόνο το κοινό τους. Άλλαξε και τον τρόπο που οι ίδιοι έπρεπε να υπάρξουν ως συγκρότημα πάνω στη σκηνή.
Ο Steven Wilson, μιλώντας στο Billboard, αναγνωρίζει στη συγκεκριμένη ηχογράφηση τον ήχο μιας μετάβασης, κάτι που την κάνει πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο για τους πιστούς των Pink Floyd. Και μάλιστα, όχι απαραίτητα με θετικό πρόσημο. Όπως εξηγεί, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ακούει κανείς «πόσο πολύ είχε αλλάξει η δυναμική μέσα στο συγκρότημα και η σχέση μεταξύ του συγκροτήματος και του κοινού — και όχι πάντα προς το καλύτερο».
Για να το κάνει σαφές, ο Wilson φέρνει ως αντίστιξη το «Pink Floyd at Pompeii — MCMLXXII», του οποίου το soundtrack έγινε remix και κυκλοφόρησε τον Μάιο. Εκεί, λέει, ακούμε «τον ήχο ενός συγκροτήματος που ανέπτυξε απίστευτη χημεία, παίζοντας σε σχετικά μικρούς χώρους νύχτα με τη νύχτα, για χρόνια».
Αυτή η χημεία, διαισθητική και δεμένη, δοκιμάστηκε όταν το «The Dark Side of the Moon» εκτινάχθηκε και τους έστειλε σε τεράστιες αρένες και στάδια. Ο ίδιος μάλιστα αισθάνεται ότι «μερικές φορές δεν το απολαμβάνουν». Παίζουν σπουδαία, ξεκαθαρίζει, αλλά ακούγεται η απογοήτευση, μία αίσθηση αποσύνδεσης. Και αυτή η αποξένωση, όπως σημειώνει, είναι κάτι που ο Roger Waters θα διοχετεύσει αργότερα με τον πιο διάσημο τρόπο στη δημιουργία του «The Wall»: το αίσθημα απομόνωσης που ένιωθε απέναντι στο κοινό.
Η ηχογράφηση από το Λος Άντζελες περιλαμβάνει προεπισκοπήσεις τριών τραγουδιών του «Wish You Were Here»: το «Have a Cigar» και το εννιαμερές «Shine On You Crazy Diamond», το οποίο στο τελικό άλμπουμ χωρίστηκε σε δύο μέρη.
Το πρόγραμμα ανοίγει επίσης με το «Raving and Drooling», που αργότερα μεταμορφώθηκε στο «Sheep» του «Animals», και το «You Gotta Be Crazy», που μετεξελίχθηκε στο «Dogs». Ηχογραφήσεις αυτών των δύο τραγουδιών από το Wembley Empire Pool του Λονδίνου, τον προηγούμενο Νοέμβριο, είχαν συμπεριληφθεί στην επανέκδοση του «Wish You Were Here» το 2011. Ωστόσο ο Wilson εκτιμά ότι οι εκτελέσεις του Λος Άντζελες είναι αισθητά διαφορετικές.
«Νομίζω πως είναι ανώτερες», λέει. «Αυτές οι εκδοχές έχουν περισσότερο νεύρο». Αυτό που τον συναρπάζει περισσότερο είναι ότι, εκείνη τη στιγμή —και, όπως σημειώνει, πιθανώς έως την περιοδεία του «Animals»— οι Pink Floyd εξακολουθούν να λειτουργούν ως ένα εξερευνητικό, αυτοσχεδιαστικό συγκρότημα. Τα κομμάδια παραμένουν ανοιχτά, χαλαρά, εκτεταμένα, με έντονο αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «ψυχεδελικό» πνεύμα.
Η πρόκληση, βέβαια, είναι ότι όλο αυτό επιχειρείται μπροστά σε κοινό αρένας. Και εκεί ακούγεται η τριβή. Ο Wilson λέει ότι μπορεί να ακούσει την ανυπομονησία του κοινού — όχι με τη στενή, κυριολεκτική έννοια, αλλά ως αίσθηση που αναδύεται όταν ακούει κανείς την ηχογράφηση. Σαν να δυσκολεύεται ένα μέρος του κοινού να παραδοθεί σε 14λεπτες και 15λεπτες συνθέσεις. Και ο Wilson αναρωτιέται αν το συγκρότημα πήρε μαθήματα από αυτή την εμπειρία και άρχισε να μαζεύει αυτή τη διάθεση προς τα εμπρός, στους επόμενους δίσκους.
Η σχέση του Wilson με το συγκεκριμένο bootleg δεν είναι απλώς τεχνική ή αρχειακή. Είναι και προσωπική. Όπως αποκαλύπτει, είχε αγοράσει μία κασέτα με την ηχογράφηση όταν ήταν 14 ετών, από πάγκο σε αγορά του Camden.
Για τις ανάγκες του «Wish You Were Here 50», πήγε ένα βήμα πολύ πιο πέρα: «Βασικά πήγα και εντόπισα κάθε διαθέσιμη εκδοχή αυτής της ηχογράφησης που υπάρχει» στο αρχείο των Pink Floyd, σε υλικό από θαυμαστές και από το Διαδίκτυο. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το συγκρότημα είναι γνωστό ότι δεν ηχογραφούσε επαγγελματικά συναυλίες κατά τις περιοδείες του «Wish You Were Here» ή του «Animals».
Ο Wilson επέλεξε ως κύρια πηγή τη νεότερη μεταφορά, γνωστή ως JEMS Version. Όμως, παρότι είχε την καλύτερη πιστότητα, παρουσίαζε πολλά dropouts. Η εξήγηση του είναι απολύτως γειωμένη: κάθε φορά που μεταφερόταν με υψηλότερη ανάλυση και καλύτερο εξοπλισμό, η ταινία ταυτόχρονα υποβαθμιζόταν. Έτσι, μεγάλο μέρος της δουλειάς του ήταν να μπαλώνει τα dropouts με άλλες εκδοχές της ίδιας ηχογράφησης, για να δημιουργήσει μία εκδοχή με την καλύτερη δυνατή πιστότητα και το μικρότερο δυνατό ηχητικό τραύμα.
Παρόλα αυτά, επιμένει ότι στόχος δεν ήταν να μετατραπεί το bootleg σε ένα τέλειο ζωντανό άλμπουμ. «Νομίζω ότι είναι αυτό που είναι — είναι ένα bootleg και ακούγεται σαν bootleg, αν και εξαιρετικά ανώτερης ποιότητας», λέει. Κάποιοι, όπως σημειώνει, περίμεναν να στραφεί σε λύσεις τεχνητής νοημοσύνης για εξαγωγή και επιθετική επεξεργασία, αλλά δεν ήθελε κάτι τέτοιο.
Η δική του προσέγγιση ήταν να ρίξει «λίγη νεραϊδόσκονη»: να ανοίξει την στερεοφωνική εικόνα, να αφαιρέσει ορισμένες δυσάρεστες συχνότητες, να ενισχύσει λίγο τις χαμηλές, να εξομαλύνει ασυνέπειες, χωρίς να “πειράξει” υπερβολικά ένα ήδη διάσημο ντοκουμέντο. Αφαίρεσε επίσης μέρος από το παρατεταμένο κούρδισμα οργάνων που υπήρχε ανάμεσα στα τραγούδια.
«Απλώς προσπάθησα να το κάνω πιο ευχάριστο ως ακρόαση, κάτι που θα ήθελες να ακούσεις περισσότερες από μία φορές… χωρίς να κρύψω ότι πρόκειται ουσιαστικά για ηχογράφηση από το κοινό», καταλήγει.
Και το «Wish You Were Here 50» δεν σταματά εκεί. Το σετ περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ήδη κυκλοφορημένη εκδοχή του ομώνυμου τραγουδιού με τον Stephane Grappelli στο βιολί, καθώς και μία ακυκλοφόρητη ορχηστρική εκδοχή του ίδιου τραγουδιού με pedal steel. Περιλαμβάνει επίσης δύο δοκιμαστικές ηχογραφήσεις του Roger Waters για το «Welcome to the Machine». Παράλληλα, ο μακροχρόνιος engineer των Floyd, James Guthrie, ένωσε τα δύο μέρη του «Shine On You Crazy Diamond» σε ένα ενιαίο έργο διάρκειας 25μισι λεπτών.
Και εδώ βρίσκεται η καρδιά του μύθου. Το «Shine On You Crazy Diamond» είναι, όπως υπενθυμίζεται, το τραγούδι που έσωσε το «Wish You Were Here».
Ο Nick Mason αναγνωρίζει ότι εκείνη την περίοδο οι Pink Floyd «πραγματικά αρχίζαμε να καταλαβαίνουμε πώς να χρησιμοποιούμε το στούντιο και πώς να παίζουμε τα όργανα». Ωστόσο, η δουλειά πάνω στο «Wish You Were Here» ήταν, κατά τα λόγια του, «μάλλον οι πιο αδόμητες ηχογραφήσεις που είχαμε κάνει μέχρι τότε». Σε σύγκριση με το «The Dark Side of the Moon», το οποίο είχε σαφή εικόνα και κουμπώματα, εδώ επικρατούσε μία πιο θολή κατάσταση: «Σε σχέση με το “Dark Side”, είναι τόσο ανοργάνωτη εικόνα. Με το “Dark Side” ήταν πολύ εύκολο να δεις πώς όλα ταίριαζαν… Αυτό έμοιαζε με πιο δύσκολη δουλειά, γιατί δεν ξέραμε πραγματικά τι θα κάνουμε μετά».
Ο Wilson δίνει μία ακόμη διάσταση: το «The Dark Side of the Moon» είχε γραφτεί την περίοδο που οι Pink Floyd ήταν ακόμη, ουσιαστικά, ένα underground συγκρότημα. Έπειτα, ο δίσκος απογειώθηκε. Άρα, το «Wish You Were Here» είναι ο πρώτος δίσκος που δημιούργησαν και ανέπτυξαν ως αναγνωρισμένο συγκρότημα αρένας. Οι ίδιοι, λέει, έχουν μιλήσει για τις ηχογραφήσεις ως «πολύ άβολες, πολύ ρομποτικές».
Κάπου μέσα σε αυτή την πίεση και την αβεβαιότητα, το «Shine On» λειτούργησε ως άγκυρα. «Με το “Shine On”, τότε ήταν που νιώσαμε επιτέλους ότι θα βγάλουμε έναν δίσκο», λέει ο Mason. «Μόλις το είχαμε αυτό, ξέραμε ότι έχουμε έναν δίσκο και μπορούσαμε να συμπληρώσουμε τα υπόλοιπα».
Και τότε συνέβη το γεγονός που, σχεδόν μοιραία, πέρασε στην ιστορία ως η πιο στοιχειωτική στιγμή γύρω από το «Wish You Were Here»: η εμφάνιση του Syd Barrett, του αρχικού frontman των Pink Floyd, του ανθρώπου που αποτέλεσε την έμπνευση και το αντικείμενο του τραγουδιού, ο οποίος είχε απομακρυνθεί από το συγκρότημα ήδη από το 1967.
Ο Mason θυμάται ότι ο Barrett «νομίζω ήρθε για δύο μέρες», όμως η δική του εκδοχή ξεκινά από κάτι απλό και καθημερινό: εκείνος δούλευε σε ένα drum track. Μπήκε στο control room για να ακούσει και είδε «έναν τύπο να κάθεται στον καναπέ» που δεν αναγνώρισε. «Νομίζω ο Dave μου είπε: “Ξέρεις ποιος είναι αυτός;” “Όχι”. “Αυτός είναι ο Syd”».
Η αντίδρασή του ήταν καθαρή, ανθρώπινη, σχεδόν ακαριαία: δεν μπορούσε να το πιστέψει. Ο Barrett είχε φαλακριάσει, είχε πάρει πολύ βάρος, έδειχνε εντελώς διαφορετικός. «Ήταν πολύ… θλιβερό να το δεις», λέει ο Mason. Θυμάται ότι ο Barrett είπε κάτι και τελικά έφυγε. «Όλο αυτό ήταν απλώς σοκαριστικό».
Η επετειακή έκδοση «Wish You Were Here 50» κυκλοφορεί σε πολλαπλές μορφές. Ανάμεσά τους υπάρχει έκδοση Blu-ray με ταινίες που προβαλλόταν κατά την περιοδεία του 1975, καθώς και μία μικρού μήκους ταινία του Storm Thorgerson, ο οποίος έχει φύγει από τη ζωή και του οποίου η εταιρεία σχεδιασμού Hipgnosis υπέγραψε πολλά πρότζεκτ των Pink Floyd.
Το deluxe box set περιλαμβάνει επίσης βινύλιο «Live At Wembley 1974», ένα βιβλίο με αδημοσίευτες έως τώρα φωτογραφίες και κείμενα των Wilson και Erik Flannigan. Επιπλέον, ο Βρετανός poet laureate Simon Armitage έγραψε ένα ποίημα-φόρο τιμής προς τους Pink Floyd για να συνοδεύσει τις επανεκδόσεις.
Η επέτειος, όμως, δεν περιορίζεται στη μουσική. Το συγκρότημα δημιούργησε μία σειρά από branded, συλλεκτικά είδη περιορισμένης έκδοσης, διαθέσιμα μέσω PinkFloyd.com και σε pop-up καταστήματα που θα λειτουργήσουν σε Λος Άντζελες, Λονδίνο, Βερολίνο, Βαρκελώνη και Μιλάνο από τις 12 έως τις 15 Δεκεμβρίου.
Ο επίλογος μιας τέτοιας ιστορίας δεν μπορεί να είναι απλώς πανηγυρικός. Το «Wish You Were Here 50» λειτουργεί σαν καθρέφτης: δείχνει τη δημιουργική τόλμη ενός συγκροτήματος που πάλευε να παραμείνει εξερευνητικό μέσα σε αρένες, καταγράφει τον ήχο μιας μετάβασης που δεν ήταν πάντα ευχάριστη, και επιστρέφει σε μία ανθρώπινη στιγμή που κόβει την ανάσα — την απρόσμενη εμφάνιση του Syd Barrett, που έκανε τους πάντες να συνειδητοποιήσουν με τρόπο ωμό τι είχε χαθεί και τι είχε αλλάξει.
Κάπως έτσι, η επέτειος δεν είναι μόνο αναμνηστική. Είναι μία υπενθύμιση ότι πίσω από τους δίσκους – μύθους υπάρχουν πάντα άνθρωποι, ρωγμές, και ιστορίες που συνεχίζουν να μας κοιτούν κατάματα, μισό αιώνα μετά.
