Στις μαρτυρίες στενών συνεργατών και μελών της οικογένειας του Prince, σκιαγραφείται το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που επέλεξε να ζει ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως της σκηνής και τη μοναχική σιωπή του Paisley Park.
Η συμπλήρωση δέκα ετών από την ημέρα που ο Prince πέρασε στην αιωνιότητα φέρνει ξανά στο προσκήνιο την πολυσύνθετη προσωπικότητα ενός ανθρώπου που άλλαξε την πορεία της μουσικής. Στις 21 Απριλίου 2016, ο θρύλος της soul και της funk βρέθηκε χωρίς τις αισθήσεις του μέσα σε έναν ανελκυστήρα στην τεράστια έπαυλή του, το Paisley Park, στο Τσάνχασεν της Μινεσότα. Ο θάνατός του σε ηλικία 57 ετών αποδόθηκε αργότερα σε τυχαία υπερβολική δόση φαιντανύλης, ενός ισχυρού συνθετικού οπιοειδούς, βυθίζοντας τον πλανήτη σε βαρύ πένθος.
Μέσα από μία σειρά συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν για να τιμηθεί η μνήμη του, οι άνθρωποι που τον γνώρισαν καλύτερα από τον καθένα μοιράζονται στιγμές που φωτίζουν τον άνθρωπο πίσω από τη λαμπερή μάσκα του σούπερ σταρ. Ο ξάδερφός του, Charles «Chazz» Smith, ο οποίος ήταν και ο αρχικός ντράμερ του συγκροτήματος Grand Central, θυμάται με συγκίνηση τις πρώτες ημέρες της εκρηκτικής ανόδου του Prince στην κορυφή.
«Όταν έγινε διάσημος, ήταν κυριολεκτικά άναυδος με το γεγονός ότι κορίτσια οδηγούσαν από μέρη όπως το Ντιτρόιτ μόνο και μόνο για να παρκάρουν έξω από το σπίτι του. Ωστόσο, δεν έβλεπε την ώρα να μου δείξει το δωμάτιό του που ήταν γεμάτο με γράμματα από τους θαυμαστές του», δήλωσε ο Smith μιλώντας στον The Guardian. Η σχέση του με το κοινό ήταν βαθιά, όμως η ίδια η φύση της διασημότητας έφερε μαζί της ένα αβάσταχτο κόστος.
Ο Smith εξέφρασε μία ειλικρινή θλίψη για την τροπή που πήρε η ζωή του συγγενή του, αναλογιζόμενος το εναλλακτικό σενάριο μιας λιγότερο απαιτητικής καθημερινότητας.
«Είμαι πραγματικά χαρούμενος για όσα κατάφερε να πετύχει, αλλά νιώθω και λύπη. Αν είχε μία κανονική ζωή, ίσως να βρισκόταν ακόμα εδώ σήμερα. Τι θα γινόταν αν δεν χρειαζόταν να τα βάλει με ολόκληρο τον κόσμο από την πρώτη μέρα ή να παλέψει με τη μουσική βιομηχανία για την ελευθερία να είναι ο εαυτός του;», αναρωτήθηκε.
Η πίεση που ασκούσε ο Prince στον εαυτό του ήταν εξαντλητική, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Οι ηχογραφήσεις που διαρκούσαν 18 ώρες και η έντονη σωματική καταπόνηση από τον χορό στις συναυλίες ήταν μόνο η μία πλευρά του νομίσματος.
Ο Smith αναφέρθηκε επίσης στον ανεπούλωτο πόνο που άφησε η απώλεια του παιδιού του Prince, του Amiir Nelson, ο οποίος έφυγε από τη ζωή μόλις έξι ημέρες μετά τη γέννησή του από το σύνδρομο Pfeiffer τύπου 2.
«Είχε πολλά βάρη στους ώμους του για πάρα πολύ καιρό. Ο κόσμος θα μιλάει για τα σπουδαία πράγματα που έκανε για πολύ καιρό, αλλά υπήρχε πολύς πόνος στην καρδιά του», πρόσθεσε ο Smith. Αυτή η εσωτερική ευθραυστότητα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την αύρα του ακαταμάχητου ειδώλου που εξέπεμπε, μία γοητεία που ένιωθαν όλοι όσοι βρέθηκαν κοντά του.
Η τραγουδίστρια Mica Paris θυμάται την ιδιαίτερη ενέργειά του. «Ποτέ δεν μου την έπεσε. Δεν είμαι καθόλου επιρρεπής σε περιστασιακές σχέσεις, αλλά, διάολε, θα το είχα κάνει! Ήταν απίστευτα σέξι και είχε αυτή την αύρα», εξομολογήθηκε, περιγράφοντας έναν άνθρωπο που δεν χρειαζόταν να προσπαθήσει για να μαγνητίσει τα βλέμματα.
Ο Owen Husney, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος μάνατζερ του Prince, προσφέρει μία πιο αναλυτική ματιά στην ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Παρά την κυριαρχία του στη σκηνή, ο Prince παρέμενε ένας κλειστός άνθρωπος. «Ήταν ένας ντροπαλός τύπος, ένιωθε πιο άνετα με 10.000 άτομα σε ένα δωμάτιο παρά με πέντε. Η δουλειά μου ήταν να εφαρμόζω την ιδιοφυΐα του», ανέφερε ο Husney.
Ο ίδιος θυμάται χαρακτηριστικά μία σοβαρή συζήτηση που είχαν για τη λέξη «αντιπαράθεση» (controversy). Ο Prince δεν φοβήθηκε ποτέ να προκαλέσει, χρησιμοποιώντας στιχουργικά θέματα που για πολλούς θεωρούνταν ταμπού.
«Κάποιοι από τους στίχους και τα πρώτα του κοστούμια ήταν εξωφρενικά, αλλά χρειάζεσαι ταλέντο για να το υποστηρίξεις αυτό. Τραγούδησε για τη σεξουαλικότητα, το φύλο, εντόπισε τα προβλήματα των ανθρώπων και τους έκανε να νιώσουν καλά», εξήγησε ο Husney.
Η επιρροή του Prince ξεπερνούσε τα όρια της ψυχαγωγίας. «Άνθρωποι μου έχουν πει ότι τους έσωσε από την αυτοκτονία. Η σεξουαλικότητά του φαινόταν ετεροφυλοφιλική, αλλά σίγουρα ήταν σε επαφή με τη γυναικεία πλευρά του», σημείωσε ο πρώην μάνατζέρ του.
Πέρα από το σοβαρό καλλιτεχνικό του πρόσωπο, στην ιδιωτική του ζωή ήταν ένας άνθρωπος που λάτρευε τις φάρσες. Ο Husney περιέγραψε ένα περιστατικό στο Λος Άντζελες, όπου ο Prince αγόρασε ένα ψεύτικο χέρι, το σφήνωσε στην πόρτα ενός λεωφορείου που ξεκινούσε και άρχισε να φωνάζει: «Το χέρι μου! Το χέρι μου!».
Ήταν στιγμές που το ευρύ κοινό δεν έβλεπε ποτέ. «Ο κόσμος δεν έβλεπε αυτά τα πράγματα γιατί, ακόμα και πριν γίνει διάσημος, δεν ήθελε οι θαυμαστές του να τον βλέπουν να κάνει “κανονικά” πράγματα. Μπορούσε να δει πολύ μακριά και ήξερε πού πήγαινε», κατέληξε ο Husney.
Ο Prince δεν ήταν απλώς ένας μουσικός, αλλά ένας οραματιστής που έχτισε ένα ολόκληρο σύμπαν γύρω από το όνομά του. Δέκα χρόνια μετά, η απουσία του παραμένει αισθητή, όμως η κληρονομιά του, γεμάτη από τραγούδια που αμφισβήτησαν τα στερεότυπα και γιορτάζουν την ελευθερία της έκφρασης, συνεχίζει να εμπνέει.
Η ιστορία του μας υπενθυμίζει ότι η απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία απαιτεί θυσίες που ελάχιστοι μπορούν να αντέξουν, αλλά εκείνος τις έκανε με έναν τρόπο που μόνο ένας πραγματικός πρίγκιπας θα μπορούσε.
