Οι Pulp επιστρέφουν για να πουν την πιο ώριμη, αληθινή και ανθρώπινη ιστορία τους.
Είκοσι τέσσερα χρόνια. Τόσος καιρός πέρασε από την τελευταία φορά που οι Pulp κυκλοφόρησαν νέο άλμπουμ. Και όμως, το 2025, με το «More», το συγκρότημα του Jarvis Cocker επιστρέφει όχι απλώς για να ξαναθυμίσει το παρελθόν, αλλά για να το επαναπροσδιορίσει μέσα από το πρίσμα της εμπειρίας, της απώλειας και της αμετανόητης δημιουργικότητας.
Το «More», το οποίο ηχογραφήθηκε στα τέλη του 2024 με παραγωγό τον James Ford, είναι το όγδοο άλμπουμ των Pulp και περιλαμβάνει τα ήδη πολυσυζητημένα singles «Spike Island» και «Got to Have Love».
«Η ημέρα που ένα άλμπουμ κυκλοφορεί στο κοινό είναι μία πολύ ξεχωριστή ημέρα», δηλώνει ο Jarvis Cocker.
«Η μουσική παύει να ανήκει μόνο στο συγκρότημα και γίνεται κάτι που μπορεί να ανήκει σε οποιονδήποτε – μπορεί να γίνει κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. Είναι μαγεία», προσθέτει.
Και πράγματι, το «More» δεν είναι απλώς μία επιστροφή – είναι μία τελετουργική μετάβαση από το τότε στο τώρα, με όλα τα σημάδια του χρόνου να λάμπουν σαν παράσημα πάνω στη μουσική.
Το άλμπουμ ανοίγει με το «Spike Island», το πρώτο νέο τραγούδι των Pulp εδώ και 12 χρόνια. Ο Jarvis Cocker δηλώνει με θεατρική αυτοπεποίθηση: «I was born to perform, it’s a calling» (Γεννήθηκα για να δίνω παραστάσεις, είναι ένα κάλεσμα), μόνο για να υπονομεύσει τον εαυτό τους λίγο αργότερα, λέγοντας ότι είναι κάποιος που «φωνάζει και δείχνει».
Αυτή η αντίθεση – ανάμεσα στο glam θράσος και την ταπεινή ειρωνεία του Σέφιλντ – είναι η ουσία των Pulp. Και παραμένει αναλλοίωτη.
[irp posts=”51891″ ]
Το «More» είναι το πρώτο άλμπουμ του συγκροτήματος μετά τον θάνατο του μπασίστα Steve Mackey, και η απουσία του γίνεται αισθητή, όχι ως κενό, αλλά ως σκιά που προσδίδει βάθος.
Στο «Grown Ups», ο Jarvis τραγουδά: «I am not ageing – no, I am just ripening» (Δεν γερνάω – όχι, απλώς ωριμάζω), ενώ περιγράφει τη μετάβασή του από το Camden στο Hackney και το πώς πλέον «αγχώνεται για τις ρυτίδες αντί για την ακμή», αλλά παραμένει αποφασισμένος για «μια τελευταία έκρηξη δόξας». Είναι μία στιγμή αυτογνωσίας, ειρωνείας και, πάνω απ’ όλα, αλήθειας.
Η indie disco του παρελθόντος δίνει τη θέση της σε πιο ώριμες, σχεδόν κινηματογραφικές στιγμές.
Το «Farmers Market», με την επιρροή του Scott Walker, είναι μία ρομαντική κυριακάτικη βόλτα, ενώ το «My Sex» είναι μία τολμηρή, αλλά καθόλου αμήχανη εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, με τον Jarvis να δηλώνει: «Δεν έχω ατζέντα, δεν έχω καν φύλο». Είναι μία δήλωση απελευθέρωσης, όχι πρόκλησης – και ακούγεται απόλυτα φυσική.
Το άλμπουμ, φυσικά, δεν θα ήταν Pulp χωρίς τις χαρακτηριστικές στιγμές wonky-pop. Το «Spike Island» θα μπορούσε να είχε απογειώσει την εμφάνισή τους στο Glastonbury του ’95, ενώ το «Got to Have Love» θυμίζει τον θεατρικό συναισθηματισμό του «F.E.E.L.I.N.G.C.A.L.L.E.D.L.O.V.E».
Το «Tina» είναι μία μικροαστική μπαλάντα με άρωμα Burt Bacharach, γεμάτη λαχτάρα και καθημερινότητα, ενώ το «Slow Jam» είναι ένα αισθησιακό funk τραγούδι που θα ταίριαζε απόλυτα στο «This Is Hardcore».
Και έπειτα έρχονται οι πιο συναισθηματικές στιγμές. Το «Background Noise» είναι μία συγκινητική αναδρομή, σχεδόν σαν encore σε μία συναυλία που δεν θέλεις να τελειώσει. Αλλά η πραγματική κορύφωση έρχεται με το «Hymn Of The North», έναν ύμνο στο Σέφιλντ, την Πόλη του Ατσαλιού και στη σημασία του να μην ξεχνάς ποτέ από πού ξεκίνησες.
Είναι ένα τραγούδι που δεν απευθύνεται μόνο στους θαυμαστές του συγκροτήματος, αλλά σε κάθε άνθρωπο που κουβαλάει μέσα του μία πατρίδα, μία μνήμη, μία ρίζα.
[irp posts=”53670″ ]
Η παραγωγή του James Ford είναι καθοριστική. Τα συνθεσάιζερ και τα έγχορδα δεν είναι απλώς διακοσμητικά – είναι το οξυγόνο του άλμπουμ.
Το «More» ακούγεται ζωντανό, παλλόμενο, σαν να αναπνέει μαζί με τον ακροατή. Όπως έκαναν οι Blur με το «The Ballad Of Darren» και οι Suede με την εντυπωσιακή επιστροφή τους, έτσι και οι Pulp καταφέρνουν να διατηρήσουν το πνεύμα και τη φλόγα τους, χωρίς να προσποιούνται ότι είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ήταν στα 90s. Είναι διαφορετικοί – και αυτό είναι το πιο όμορφο κομμάτι της ιστορίας.
Το άλμπουμ κλείνει με το «A Sunset», ένα κινηματογραφικό αντίο, όπου ο Jarvis Cocker μας υπενθυμίζει: «All things end, so just make the most of the time you have» (Όλα τελειώνουν, οπότε απλώς αξιοποίησε όσο καλύτερα μπορείς τον χρόνο που έχεις).
Είναι μία φράση που δεν ακούγεται απαισιόδοξη, αλλά λυτρωτική. Οι Pulp δεν επιστρέφουν για να ξαναζήσουν το παρελθόν – επιστρέφουν για να το τιμήσουν, να το επαναπροσδιορίσουν και να το αφήσουν πίσω τους με αξιοπρέπεια.
Το «More» είναι, πράγματι, περισσότερα απ’ όσα περιμέναμε. Περισσότερη ωριμότητα, περισσότερη αλήθεια, περισσότερη μουσική που έχει κάτι να πει. Και, τελικά, περισσότερη ζωή.
