Σχεδόν 40 χρόνια από την κυκλοφορία του «Never Gonna Give You Up», ο Rick Astley δηλώνει ευγνώμων για το τραγούδι – ορόσημο, αγκαλιάζει το φαινόμενο του Rickrolling και υπενθυμίζει ότι το ρεπερτόριό του δεν τελειώνει εκεί – η απρόσμενη αναγέννηση με το άλμπουμ «50» σφράγισε μία δεύτερη καριέρα.
Το τραγούδι που άλλαξε τη ζωή του Rick Astley δεν λέει να φύγει από το ραδιόφωνο ούτε από την οθόνη μας. Και ο ίδιος; Όχι μόνο δεν διαμαρτύρεται, αλλά το αγκαλιάζει με χιούμορ, τρυφερότητα και προφανή ευγνωμοσύνη.
Μιλώντας στο νέο τεύχος του περιοδικού Classic Pop, ο Βρετανός καλλιτέχνες παραδέχεται ότι το «Never Gonna Give You Up» —το παγκόσμιο Νο. 1 του 1987 που έγραψε και επιμελήθηκε ως παραγωγή το θρυλικό τρίο Stock Aitken Waterman— είναι το τραγούδι με το οποίο θα τον θυμούνται για πάντα. Αλλά, όπως λέει, θα ήθελε να έχει λίγη περισσότερη συντροφιά στην κορυφή της μνήμης μας.
«Δηλαδή, Θεός να έχει καλά αυτό το τραγούδι. Από την πρώτη στιγμή που ο Mike Stock μου το τραγούδησε, ήξερα ότι ήταν δυναμίτης. Πάντα ένιωθα ότι αυτό το τραγούδι έχει πάνω του αστρόσκονη. Πάντα ένιωθα ότι αυτό το τραγούδι έχει πάνω του νεραϊδόσκονη», λέει.
«Δεν ντράπηκα ποτέ γι’ αυτό. Αλλά ήταν επίσης περίεργο, που εκείνος ο δίσκος έγινε τόσο μεγάλος από την αρχή. Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να πω: “Τι συμβαίνει;” Πήγα από το να μην έχω εμφανιστεί ποτέ στην τηλεόραση στο να είμαι στην τηλεόραση κάθε μέρα, ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο», σημειώνει.
Το πλαίσιο έχει σημασία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, οι Stock Aitken Waterman είχαν επιβάλει μία βιοτεχνία επιτυχιών με στιβαρή pop αρχιτεκτονική: μεγάλα ρεφρέν, φωνητικές γραμμές που «κολλάνε», ρυθμοί για πίστα. Δίπλα στον Rick Astley, πέρασαν από το εργαστήριό τους ονόματα όπως οι Kylie Minogue, Jason Donovan και Bananarama, διαμορφώνοντας το ηχητικό τοπίο μιας εποχής όπου το single μπορούσε ακόμη να κατακτά τον κόσμο με ένα μόνο σόλο στα πλήκτρα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το «Never Gonna Give You Up» έγινε σύμβολο: ένα δείγμα καθαρής pop οικονομίας και αφοπλιστικής αισιοδοξίας, που περιλαμβανόταν στον πρώτο δίσκο του Rick Astley, με τίτλο «Whenever You Need Somebody», το οποίο ξεπέρασε τα 15 εκατομμύρια αντίτυπα σε πωλήσεις.
Κι έπειτα ήρθε το διαδίκτυο για να αποδείξει ότι η pop δεν έχει λήξη. Από το 2007 το Rickrolling μεταμόρφωσε το μουσικό βίντεο του «Never Gonna Give You Up» σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα memes: ο σύνδεσμος που υπόσχεται κάτι «σοβαρό» και σε οδηγεί, εντέλει, στην καλοσυνάτη μορφή του Rick με το μπεζ παλτό και το χαρακτηριστικό χορευτικό βηματισμό.
Το φαινόμενο κορυφώθηκε το 2008 και χάρισε στο «Never Gonna Give You Up» το ορόσημο του ενός δισεκατομμυρίου προβολές στο YouTube — μία δεύτερη ζωή που λίγοι κατάφεραν να διαχειριστούν με τόση χάρη όσο ο ίδιος.
«Ήταν κάτι που έτσι κι αλλιώς συνέβαινε, δεν μπορούσες να το σταματήσεις. Οπότε σκέφτηκα: “Ό,τι να ’ναι, θα το πάω παρακάτω εγώ αυτό”», σχολιάζει ο Astley, δείχνοντας γιατί η αυτοειρωνεία είναι συχνά η σοφότερη στρατηγική.
Όμως ο 59χρονος καλλιτέχνης δεν κρύβει και μία μικρή πίκρα για τη μονοθεματική μνήμη του κοινού.
«Είμαι οδυνηρά συνειδητοποιημένος ότι αυτό το τραγούδι, που έκανα πριν από δεκαετίες, είναι το πράγμα για το οποίο ο κόσμος θα με θυμάται πάντα, και το έχω αποδεχτεί εδώ και χρόνια. Απλώς θα ήθελα να με θυμούνται πάντα για τέσσερα ή πέντε ακόμη τραγούδια. Το “Together Forever” ήταν επίσης Νο1 στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά κανείς δεν το αναφέρει ποτέ», δηλώνει.
Είναι μία παρατήρηση που συνοψίζει το παράδοξο των μεγάλων επιτυχιών: μπορούν να ανοίξουν όλες τις πόρτες, αλλά συχνά σε κλειδώνουν σε έναν διάδρομο.
Η πορεία του Rick Astley, ωστόσο, δεν τελειώνει σε ένα meme. Μετά από χρόνια χαμηλών τόνων, επέστρεψε με το άλμπουμ «50» — έναν δίσκο που κυκλοφόρησε προς τιμήν των πενήντα ετών της καριέρας του και που όχι μόνο κατέκτησε την κορυφή των charts στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά σφράγισε μία αληθινή μουσική επανεκκίνηση.
Το πιο εντυπωσιακό; Ο ίδιος έγραψε κάθε τραγούδι και έπαιξε ο ίδιος όλα τα όργανα. «Δεν το έκανα για κάποια δισκογραφική, ούτε καν για να ακουστεί πραγματικά. Το έκανα για μένα. Οπότε το γεγονός ότι πήγε τόσο καλά… ήταν κάπως σαν ένα παραμύθι», ομολογεί.
Η επιτυχία αυτή δεν ήταν απλώς μία ακόμη «επιστροφή», αλλά ήταν απόδειξη αυτοδιάθεσης, ότι ένας καλλιτέχνης μπορεί να επανανοηματοδοτήσει τον εαυτό του πέρα από τα memes και τα ρεφρέν που τον καθόρισαν.
Το «Never Gonna Give You Up» ζει σήμερα σε πολλαπλά σύμπαντα. Είναι το τραγούδι που αντηχεί στα late-night ραδιόφωνα, ένα δομικό υλικό της pop μνήμης των ’80s, και ταυτόχρονα ένα ψηφιακό inside joke που ενώνει γενιές.
Αυτό το κράμα νοσταλγίας και διαδικτυακού παιχνιδιού ίσως εξηγεί και τη μακροβιότητα του φαινομένου: η μελωδία είναι αρκετά ζεστή για να χορέψεις και ο μύθος γύρω της αρκετά ανάλαφρος για να χαμογελάσεις. Στον πυρήνα, όμως, βρίσκεται ο καλλιτέχνης που έμαθε να λέει «ναι» στη μοίρα του και να τη στρέφει προς όφελός του.
Υπάρχει επίσης μία ευρύτερη αλήθεια εδώ. Η ψηφιακή εποχή ανακυκλώνει παλιές επιτυχίες με τρόπους που κανείς δεν είχε φανταστεί, είτε μέσα από memes είτε μέσα από πλατφόρμες που φέρνουν μουσική τριών δεκαετιών πριν σε νέα ακροατήρια. Για πολλούς καλλιτέχνες, αυτό γεννά ένα δίλημμα: πώς να έχεις τον έλεγχο της κληρονομιάς σου όταν το κοινό την ξαναγράφει καθημερινά; Ο Rick Astley προσφέρει μία πρακτική απάντηση: με γενναιοδωρία, με αποδοχή και με νέα δημιουργία που στέκει από μόνη της.
Καθώς το «Never Gonna Give You Up» συνεχίζει να ζει στο διαδίκτυο και στα ραδιόφωνω, ο Astley δείχνει ότι ένα τραγούδι – ορόσημο δεν είναι κατάρα, αρκεί να το δεις ως εφαλτήριο. Εκείνος το έκανε.
Και αν η ευχή του πραγματοποιηθεί, την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε για τον Rick Astley, μαζί με το «Never Gonna Give You Up» θα θυμηθούμε και το «Together Forever» — και ίσως να δώσουμε μία ακόμη ευκαιρία σε όσα τραγούδια έγραψε για τον εαυτό του, προτού τα διεκδικήσει ξανά το κοινό.
