«Δεν συνειδητοποιείς ότι είσαι ένας απλός χορευτής μέχρι να περάσουν τα χρόνια»: Οι αποκαλύψεις στο νέο ντοκιμαντέρ του Netflix ρίχνουν φως στις εσωτερικές έριδες που δίχασαν το μεγαλύτερο boy band της Βρετανίας.
Η δεκαετία του ’90 για πολλούς ήταν η εποχή της αθωότητας, των αφισών στους τοίχους και των μελωδιών που ένωναν εκατομμύρια έφηβους σε όλο τον κόσμο. Στην κορυφή αυτού του οικοδομήματος βρίσκονταν οι Take That, το συγκρότημα που όρισε τη βρετανική pop σκηνή. Όμως, πίσω από τα τέλεια χορευτικά, τα λαμπερά χαμόγελα και τις αλλεπάλληλες επιτυχίες, σιγόβραζε μία ένταση που έμελλε να αλλάξει την πορεία της μουσικής ιστορίας.
Το νέο ντοκιμαντέρ για τους «Take That», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην πλατφόρμα του Netflix, φέρνει στην επιφάνεια τις αθέατες πτυχές αυτής της διαδρομής, με τον Robbie Williams να προχωρά σε μία εξομολόγηση που συγκλονίζει, περιγράφοντας την αίσθηση της πλήρους δημιουργικής περιθωριοποίησης.
Ο Robbie Williams, ο άνθρωπος που αργότερα θα κατακτούσε τον κόσμο ως σόλο καλλιτέχνης με επιτυχίες όπως το «Angels» και το «Feel», παραδέχεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του στο συγκρότημα ένιωθε συχνά σαν ένας απλός «χορευτής στο βάθος».
Η επιθυμία του να συνεισφέρει ενεργά στη σύνθεση των τραγουδιών και στη συγγραφή των στίχων προσέκρουε διαρκώς σε έναν τοίχο. Αυτός ο τοίχος δεν ήταν άλλος από τον Gary Barlow, τον αδιαφιλονίκητο ηγέτη και βασικό συνθέτη της μπάντας, ο οποίος εκείνη την εποχή κρατούσε τα ηνία με μία αυστηρότητα που δεν άφηνε περιθώρια για άλλες φωνές.
Στο ντοκιμαντέρ, ο 51χρονος σήμερα Robbie Williams αναπολεί τις στιγμές που προσπαθούσε να ακουστεί, μόνο και μόνο για να βρεθεί αντιμέτωπος με την άρνηση. Η δυναμική ανάμεσα στους δύο άνδρες ήταν πάντα το επίκεντρο των συζητήσεων των θαυμαστών, αλλά τώρα οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές δίνουν τις δικές τους απαντήσεις.
Ο Gary Barlow, στα 55 του πλέον, δεν κρύβεται πίσω από υπεκφυγές. Παραδέχεται ότι «φύλαγε» τον ρόλο του ως ο πρωταρχικός δημιουργός του συγκροτήματος, διασφαλίζοντας ότι δεν θα χρειαζόταν τη βοήθεια κανενός άλλου για να γράψει τις επιτυχίες τους. «Απλώς δεν το έκανα», λέει χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στην άρνησή του να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα των υπολοίπων.
Αυτή η συγκεντρωτική στάση του Barlow δεν πήγαζε από καθαρή αλαζονεία, αλλά από μία βαθιά εσωτερική ανάγκη να ικανοποιήσει τους πάντες γύρω του.
Όπως εξηγεί ο ίδιος, η πίεση από τη δισκογραφική εταιρεία και τον μάνατζερ του συγκροτήματος ήταν τεράστια. «Ήθελα να ανταποκριθώ στις προσδοκίες, για όλους», αναφέρει, συμπληρώνοντας πως ένιωθε ότι είχε βρει τη «συνταγή της επιτυχίας» και δεν ήθελε να ρισκάρει την ισορροπία που είχε επιτευχθεί.
Ωστόσο, αυτή η ανάγκη για έλεγχο είχε ένα βαρύ τίμημα: την απομόνωση των υπολοίπων μελών και ιδιαίτερα του Williams, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να αναζητά μία διαφορετική καλλιτεχνική ταυτότητα.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις του ντοκιμαντέρ αφορά τις μουσικές αναζητήσεις του Robbie Williams. Ο Barlow θυμάται τον νεαρό τότε συνάδελφό του να του τηλεφωνεί συχνά για να του παρουσιάσει ιδέες για νέα τραγούδια.
«Μου τραγουδούσε αυτό το, ας πούμε, τραγούδι των Oasis, και εγώ του έλεγα “Rob, σε παρακαλώ”. Αν ήμουν μέλος των Nirvana, αυτό θα ήταν εξαιρετικό, αλλά εμείς είμαστε οι Take That», δηλώνει ο Barlow, δείχνοντας το χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στο όραμά του για την μπάντα και στις αντισυμβατικές ανησυχίες του Williams.
Ο Gary Barlow παραδέχεται στη συνέχεια εκείνη την εποχή ένιωθε «μουσικά ανώτερος από όλους τους άλλους» μέσα στο συγκρότημα. Αυτή η αίσθηση υπεροχής ήταν που τον οδηγούσε στο να μην ενθαρρύνει ποτέ τον Robbie Williams, παρόλο που παραδέχεται πως «από όλους, ο Robbie ήταν εκείνος που προσπαθούσε περισσότερο να κάνει πράγματα στιχουργικά και να προτείνει ιδέες».
Η έλλειψη ενθάρρυνσης και η αίσθηση του ανικανοποίητου άρχισαν να δημιουργούν ρωγμές στην ψυχολογία του Williams, ο οποίος ένιωθε παγιδευμένος σε έναν ρόλο που δεν είχε επιλέξει.
«Δεν συνειδητοποιείς ότι είσαι ένας απλός χορευτής μέχρι να περάσουν μερικά χρόνια. Λες μέσα σου, “μισό λεπτό, δεν υπέγραψα για κάτι τέτοιο”», εξομολογείται ο Robbie Williams, αποτυπώνοντας την πικρία ενός ανθρώπου που ένιωθε ότι το ταλέντο του ασφυκτιούσε κάτω από τη σκιά ενός άλλου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Barlow δεν μπορούσε τότε να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφερόταν ή πώς οι πράξεις του επηρέαζαν τους γύρω του. Ήταν μία εποχή όπου η επιτυχία μετριόταν με αριθμούς πωλήσεων και όχι με την ψυχική ισορροπία των μελών.
Η συνέχεια είναι γνωστή, αλλά μέσα από το ντοκιμαντέρ αποκτά μία νέα, πιο ανθρώπινη διάσταση. Η αποχώρηση του Robbie Williams από τους Take That το 1996 δεν ήταν απλώς ένα διαζύγιο καλλιτεχνικό. Ήταν το αποκορύφωμα μιας περιόδου γεμάτης εσωτερικές συγκρούσεις, μάχης με τις εξαρτήσεις και προβλημάτων ψυχικής υγείας, που γιγαντώθηκαν από τις εντάσεις μέσα στο συγκρότημα. Η εικόνα του Gary Barlow, του Howard Donald, του Mark Owen και του Jason Orange να συνεχίζουν χωρίς εκείνον, έμεινε χαραγμένη στη μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς.
Παρόλα αυτά, η ιστορία των Take That δεν τελείωσε με έναν οριστικό χωρισμό. Η συμφιλίωση ήρθε χρόνια αργότερα, με τον Williams να επιστρέφει στο συγκρότημα το 2010, μία κίνηση που πολλοί θεώρησαν ως μία πράξη ωριμότητας και από τις δύο πλευρές. Παρόλο που αποχώρησε ξανά το 2011 για να αφοσιωθεί στη σόλο καριέρα του, η σχέση του με τα υπόλοιπα μέλη φαίνεται να έχει περάσει σε ένα νέο στάδιο αμοιβαίου σεβασμού.
Το ντοκιμαντέρ «Take That» του Netflix δεν είναι απλώς μία αναδρομή στην πορεία ενός επιτυχημένου συγκροτήματος. Είναι μία σπουδή πάνω στη φήμη, τη δημιουργική φιλοδοξία και το πώς ο χρόνος μπορεί να δώσει μία νέα προοπτική στις πληγές του παρελθόντος.
Σήμερα, τόσο ο Robbie Williams όσο και ο Gary Barlow μπορούν να κοιτάζουν πίσω με μία δόση νοσταλγίας, αναγνωρίζοντας τα λάθη τους και την πολυπλοκότητα μιας σχέσης που, παρά τις δυσκολίες της, γέννησε μερικές από τις πιο εμβληματικές στιγμές της σύγχρονης pop μουσικής.
Για τους θαυμαστές τους, οι αποκαλύψεις αυτές προσφέρουν μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα των ειδώλων τους, θυμίζοντάς μας ότι πίσω από τα φώτα της ράμπας, υπάρχουν πάντα άνθρωποι με τρωτά σημεία και αναπάντητα ερωτήματα.
