Ο Sam Fender προσφέρει τις 25.000 λίρες του Mercury Prize στο Music Venue Trust, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα για τη σημασία των μικρών συναυλιακών χώρων που «αγωνίζονται να επιβιώσουν».
Σε μία κίνηση που αντηχεί πολύ πέρα από τα μουσικά charts και βραβεία, ο Sam Fender, ο φετινός θριαμβευτής του περίβλεπτου Mercury Prize, επέλεξε να μετατρέψει την προσωπική του νίκη σε μία πράξη συλλογικής αλληλεγγύης.
Δωρίζοντας το σύνολο του χρηματικού επάθλου των 25.000 λιρών στον φιλανθρωπικό οργανισμό Music Venue Trust (MVT), ο τραγουδοποιός από το Νιούκαστλ δεν γιορτάζει απλώς την επιτυχία του, αλλά φωτίζει με έναν εκκωφαντικό προβολέα την εύθραυστη πραγματικότητα των μικρών μουσικών σκηνών που αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της βρετανικής μουσικής.
Πέρα από την αναγνώριση των κριτικών και την αναπόφευκτη ώθηση στις πωλήσεις, το Mercury Prize συνοδεύεται από ένα επιπλέον μπόνους: ένα χρηματικό έπαθλο 25.000 λίρες για τον νικητή.
Για κάποιους προηγούμενους κατόχους, όπως οι Alt-J (2012) και οι Antony and The Johnsons (2015), τα χρήματα αυτά κάλυψαν τα έξοδα μίας περιοδείας. Ο Badly Drawn Boy (2000), από την άλλη, πέταξε την επιταγή μέσα στην ένταση της στιγμής της νίκης του, αν και τελικά το έπαθλο του αποδόθηκε.
Τώρα, ο Sam Fender εντάσσεται σε μία εκλεκτή ομάδα καλλιτεχνών που έκαναν μία δήλωση με τα κέρδη τους, όπως η Ms. Dynamite (2002) και οι M People (1994), οι οποίοι δημοσιοποίησαν τη δωρεά των χρημάτων τους σε σκοπούς που είχαν κοντά στην καρδιά τους.
Η τελετή του Mercury Prize, που πραγματοποιήθηκε στις 16 Οκτωβρίου, είχε ιδιαίτερη συναισθηματική αξία για τον Sam Fender, καθώς έλαβε χώρα για πρώτη φορά εκτός Λονδίνου, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Νιούκαστλ.
Το τρίτο του άλμπουμ, με τον τίτλο «People Watching», επικράτησε απέναντι σε ισχυρούς αντιπάλους, όπως οι Fontaines D.C., οι Pulp, οι Wolf Alice, η FKA twigs, η PinkPantheress και η CMAT.
Το «People Watching» παραμένει το βρετανικό άλμπουμ με τις ταχύτερες πωλήσεις του 2025, ενώ στις 15 Νοεμβρίου θα μεταδοθεί στο YouTube μία συναυλιακή ταινία από την εμφάνισή του στο London Stadium, μπροστά σε 80.000 θεατές.
Μια deluxe έκδοση του άλμπουμ, που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 5 Δεκεμβρίου, θα περιλαμβάνει συνεργασίες με την Olivia Dean και τον Elton John.
Ο αποδέκτης αυτής της γενναιόδωρης χειρονομίας, το Music Venue Trust, είναι ένας οργανισμός που αγωνίζεται για την προστασία και τη διασφάλιση του μέλλοντος των μικρών, ανεξάρτητων μουσικών χώρων σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τα στοιχεία που δημοσίευσε ο οργανισμός το 2024 είναι αποκαλυπτικά της κρίσης που βιώνει ο κλάδος: οι χώροι αυτοί λειτουργούσαν με ένα οριακό περιθώριο κέρδους μόλις 0,48%, με το 43,8% εξ αυτών να καταγράφει ζημίες. Μόνο μέσα στο 2024, 25 μουσικές σκηνές στο Ηνωμένο Βασίλειο αναγκάστηκαν να κλείσουν οριστικά, λόγω του αυξανόμενου κόστους λειτουργίας και των μεταβαλλόμενων συνηθειών των καταναλωτών.
Η σύνδεση του Fender με αυτούς τους χώρους είναι βαθιά και προσωπική. Ο ίδιος, σε δήλωσή του, αναγνώρισε τον ζωτικό ρόλο που έπαιξαν στην καριέρα του. «Δεν θα έκανα αυτό που κάνω σήμερα αν δεν ήταν για όλες τις συναυλίες που έπαιξα σε όλη τη Βορειοανατολική Αγγλία, και παραπέρα, όταν ξεκινούσα», είπε. «Αυτοί οι χώροι είναι θρυλικοί, αλλά αγωνίζονται να επιβιώσουν».
Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Sam Fender στηρίζει ενεργά το MVT. Κατά την περιοδεία του σε κλειστά γήπεδα του Ηνωμένου Βασιλείου το 2024, δώρισε 100.000 λίρες μέσω μίας εθελοντικής εισφοράς 1 λίρας σε κάθε εισιτήριο, χρήματα που κατευθύνθηκαν στο Liveline Fund του οργανισμού και υποστήριξαν 38 χώρους σε Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία.
«Είναι υπέροχο να βλέπεις ότι τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν από την περιοδεία στις αρένες κάνουν πραγματική διαφορά σε τόσους πολλούς χώρους», είχε δηλώσει παλαιότερα.
«Το κύκλωμα των μικρών σκηνών έχει αποδεκατιστεί την τελευταία δεκαετία, και η ιδέα ότι τα χρήματα από τις μεγάλες συναυλίες υποστηρίζουν τους μικρότερους χώρους, από όπου ξεκινούν μουσικοί σαν εμένα, είναι απλώς κοινή λογική», υπογράμμισε
Η δωρεά του Fender έρχεται να προστεθεί σε ένα αυξανόμενο κίνημα υποστήριξης. Καλλιτέχνες όπως η Katy Perry, οι The Last Dinner Party, οι Enter Shikari, οι Mumford & Sons και οι Pulp έχουν επίσης υιοθετήσει την εισφορά της 1 λίρας ανά εισιτήριο. Οι Coldplay δεσμεύτηκαν να δωρίσουν το 10% όλων των εσόδων από το βρετανικό σκέλος της περιοδείας τους «Music of The Spheres» στο MVT.
Σύμφωνα με μία έκθεση που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος, πάνω από το 90% των μουσικόφιλων υποστηρίζει αυτή την εισφορά, καθώς το MVT συνεχίζει τον «αγώνα του σε επίπεδο βιομηχανίας και κυβέρνησης».
Παράλληλα, το ιστορικό Royal Albert Hall του Λονδίνου έγινε ο πρώτος συναυλιακός χώρος που δεσμεύτηκε στην εισφορά «£1 LIVE», ενώ και το Δημοτικό Συμβούλιο του Μάντσεστερ, σε συνεργασία με το MVT, δημιούργησε ένα νέο ταμείο στήριξης.
Μέσω της πρωτοβουλίας «Music Venue Properties», ένα είδος «Εθνικού Ταμείου για τις μουσικές σκηνές», το MVT κατάφερε ήδη να σώσει δύο ιστορικούς χώρους στο Σαουθάμπτον, τους The Joiners και The Croft, έχοντας συγκεντρώσει σχεδόν 4 εκατομμύρια λίρες. Ανάμεσα στους υποστηρικτές αναφέρεται και ο Simon Kirke των Bad Company.
Ο Mark Davyd, διευθύνων σύμβουλος και ιδρυτής του Music Venue Trust, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για την κίνηση του Fender.
«Πρόκειται για μία απίστευτη χειρονομία από τον Sam, που αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι οι καλλιτέχνες κατανοούν απόλυτα πόσο ζωτικής σημασίας είναι οι μικροί μουσικοί χώροι για την καριέρα τους και για τις κοινότητές τους», δήλωσε. «Είναι τιμή μας να αποδεχόμαστε αυτή τη δωρεά και θα διασφαλίσουμε ότι κάθε σεντ θα κάνει άμεση διαφορά στην εκστρατεία μας να κρατήσουμε τη ζωντανή μουσική στην καρδιά των πόλεων και των κωμοπόλεών μας».
Σε τελική ανάλυση, η απόφαση του Sam Fender υπερβαίνει τη χρηματική της αξία. Είναι μία πράξη που λειτουργεί ως φάρος, φωτίζοντας τους αφανείς ήρωες της μουσικής βιομηχανίας: τις μικρές, ιδρωμένες σκηνές όπου γεννιούνται τα όνειρα και σφυρηλατούνται οι θρύλοι του αύριο.
Η δωρεά του δεν είναι απλώς μία φιλανθρωπία, είναι μία επένδυση στο μέλλον, μία υπενθύμιση ότι χωρίς τις ρίζες, κανένα δέντρο δεν μπορεί να φτάσει ψηλά. Είναι ένα κάλεσμα για δράση, που διασφαλίζει ότι ο ήχος της επόμενης γενιάς θα έχει ένα μέρος για να ακουστεί.
