Σε έναν αποχαιρετισμό βαθιά προσωπικό και ταυτόχρονα καίρια πολιτικό, ο μεγάλος συνθέτης Σταύρος Ξαρχάκος υπερασπίζεται το δικαίωμα του καλλιτέχνη να είναι «όχι και τόσο κανονικός», θυμίζοντας τις σκληρές επικρίσεις που δέχτηκε ο Διονύσης Σαββόπουλος.
Σε μια χώρα όπου οι καλλιτέχνες συχνά τοποθετούνται σε καλούπια και κρίνονται με βάση τις προσωπικές κοσμοθεωρίες του κοινού, ο Σταύρος Ξαρχάκος επέλεξε να αποχαιρετήσει τον Διονύση Σαββόπουλο, μετά τον θάνατό του σε ηλικία 81 ετών στις 21 Οκτωβρίου, με έναν τρόπο που υπερβαίνει τη συμβατική θλίψη.
Με μια ανάρτηση που μοιάζει περισσότερο με στοχασμό παρά με επικήδειο, ο σπουδαίος συνθέτης σκιαγράφησε το πορτρέτο ενός δημιουργού που δεν υπήρξε ποτέ «κανονικός» και, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, παρέμεινε αυθεντικός και αναντικατάστατος.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος ξεκινά την κατάθεση ψυχής του οριοθετώντας δύο κόσμους: εκείνον των «κανονικών ανθρώπων» και τον άλλον, τον δικό τους, των «όχι και τόσο -για κάποιους- κανονικών ανθρώπων, των καλλιτεχνών».
Σε αυτόν τον μικρό τόπο, την Ελλάδα, όπως γράφει, υπάρχει μια τάση να θέλουμε τους δημιουργούς στα μέτρα μας, φτιαγμένους σύμφωνα με τα γούστα και τις ιδεολογίες μας. Όμως, όπως τονίζει, οι καλλιτέχνες ευτυχώς επιμένουν.
«Ευτυχώς, όμως, συνεχίζουμε να διατηρούμε τις απόψεις, τα ελαττώματα, τις ιδιορρυθμίες μας, τις σεξουαλικές, κομματικές και ιδεολογικές μας προτιμήσεις, καθώς και το δικαίωμά μας να ζούμε και να εκφραζόμαστε όπως εμείς θέλουμε στην Τέχνη και τη ζωή μας», σημειώνει, προσθέτοντας με νόημα: «Αλλιώς, πιστέψτε με, δε θα είμασταν καλλιτέχνες ούτε κι εσείς θα μας αγαπούσατε-μισούσατε τόσο!».
Αυτό ακριβώς το δικαίωμα στην ιδιορρυθμία και τη διαφορετική γνώμη, ο Διονύσης Σαββόπουλος το κράτησε αλώβητο σε όλη του τη διαδρομή. Και εκεί εστιάζει ο Σταύρος Ξαρχάκος τον λόγο του.
Με μια διαυγή ειλικρίνεια, ξεκαθαρίζει πως δεν υπήρξαν ποτέ στενοί φίλοι. «Κατ´ αρχάς να πω ότι με τον Διονύση δεν κάναμε ποτέ παρέα, δεν ήμασταν φίλοι αν και πάντα υπήρχε αλληλοεκτίμηση».

Ο Ξαρχάκος θυμάται μόνο μία φορά που ανέβηκε αυθόρμητα στο πιάνο για να τον συνοδεύσει, μια ανάμνηση που του φρέσκαρε ο ίδιος ο Σαββόπουλος μέσα από το βιβλίο του. Παρακολούθησαν συναυλίες ο ένας του άλλου και η μοίρα το έφερε, πέρυσι, ο Ξαρχάκος να γιορτάσει μαζί του τα τελευταία του γενέθλια, περιστοιχισμένος από την οικογένεια και την παρέα του.
Σε ένα παλαιότερο αφιέρωμα, τον είχε αποκαλέσει «Διόνυσο Σαββόπουλο». Όπως εξηγεί, «γιατί αυτό ήταν στα δικά μου μάτια, ένας σύγχρονος Διόνυσος». Ένας δημιουργός που, όπως και ο αρχαίος θεός της έκστασης και του απρόβλεπτου, δεν χωρούσε σε συμβατικές κατηγορίες. Γι’ αυτό, όπως λέει, «πολεμήθηκε, αμφισβητήθηκε και κατά καιρούς έγινε βορά, απλώς και μόνο επειδή είχε διαφορετική άποψη ή ιδεολογία».
Σε αυτό το σημείο, ο λόγος του Σταύρου Ξαρχάκου γίνεται ένα αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο, ένα κάλεσμα για συλλογική αυτοκριτική. «Ας θυμόμαστε πόσο σκληρά κρίθηκε, ας αναρωτηθούμε πόσο δημοκράτες είμαστε όταν αποδομούμε τόσο εύκολα τους καλλιτέχνες και όταν τους θέλουμε “στα μέτρα μας”».
Συνεχίζοντας, θέτει ένα ερώτημα που μοιάζει σχεδόν ρητορικό, αλλά στην ουσία του είναι βαθιά πολιτικό: «Ισως να είμαστε η μοναδική χώρα που θέλει να κάνει τους καλλιτέχνες σύμφωνα με το κοινώς αποδεκτό! Αυτός άραγε είναι ρόλος του καλλιτέχνη; Ας αναρωτηθούμε…».
Η απάντηση, ωστόσο, βρίσκεται στην ίδια την αθανασία του έργου του Διονύση Σαββόπουλου. «Το καλό στην ιστορία αυτή είναι ότι στην πραγματικότητα κανείς δε μπόρεσε ούτε θα μπορέσει να τον βλάψει διότι πολύ απλά, ο Διονύσης θα υπάρχει μέσα από το έργο του».
Τα τραγούδια του, όπως εξηγεί ο Σταύρος Ξαρχάκος, θα συνεχίσουν να λειτουργούν σαν ένας καθρέφτης στραμμένος προς την ελληνική ψυχή, σε όλες τις εκφάνσεις της: «είτε αυτός είναι ερωτευμένος είτε επαναστατημένος είτε ταλαιπωρημένος είτε ιδεαλιστής είτε απλώς “Κωλοέλληνας”». Η επιλογή, καταλήγει, είναι δική μας: «Ας διαλέξει ο καθένας σε ποια κατηγορία ανήκει κι ας πορευτεί αναλόγως…».
Ο αποχαιρετισμός του κλείνει λιτά και ουσιαστικά: «Χαίρε Διόνυσε. Καλό σου κατευόδιο. Σταύρος Ξαρχάκος».
Ο λόγος του Σταύρου Ξαρχάκου, τελικά, είναι κάτι περισσότερο από ένας φόρος τιμής. Είναι μια σθεναρή υπεράσπιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας, μια υπενθύμιση ότι η αξία ενός δημιουργού δεν μετριέται από το πόσο βολικός είναι, αλλά από το πόσο βαθιά και αληθινά τολμά να κοιτάξει την κοινωνία του, κρατώντας έναν καθρέφτη στον οποίο λίγοι αντέχουν να δουν το είδωλό τους καθαρά. Και ο Διονύσης Σαββόπουλος, αυτός ο «σύγχρονος Διόνυσος», δεν φοβήθηκε ποτέ να το κάνει.
