Ένα οδοιπορικό τριών δεκαετιών στη δόξα, την αποξένωση και την τελική συμφιλίωση, μέσα από μία σειρά ντοκιμαντέρ που υπόσχεται να αποκαλύψει την αλήθεια πίσω από τους Take That, το μεγαλύτερο βρετανικό συγκρότημα των 90s.
Στην ψηφιακή εποχή, όπου η νοσταλγία λειτουργεί ως ένα πανίσχυρο πολιτισμικό νόμισμα, η επιστροφή στις χρυσές δεκαετίες της pop σκηνής δεν αποτελεί απλώς μία τάση, αλλά μία ανάγκη αναψηλάφησης της συλλογικής μας μνήμης. Οι Take That, το συγκρότημα που επαναπροσδιόρισε την έννοια του boy band στη Μεγάλη Βρετανία και κατέκτησε την Ευρώπη με μία ορμή που θύμιζε την Beatlemania, γίνονται τώρα το αντικείμενο μιας διεισδυτικής ενδοσκόπησης από το Netflix.
Η νέα σειρά ντοκιμαντέρ τριών μερών, η οποία αναμένεται να κάνει πρεμιέρα στις 27 Ιανουαρίου, δεν υπόσχεται μόνο μία αναδρομή στις μεγάλες επιτυχίες, αλλά μία ακατέργαστη, ειλικρινή ματιά στο κόστος της απόλυτης διασημότητας.
«Τίποτα δεν συγκρίνεται με το να είσαι μέλος ενός συγκροτήματος», δηλώνει ο Gary Barlow στην εναρκτήρια σεκάνς του πρώτου trailer, θέτοντας αμέσως το συναισθηματικό πλαίσιο της σειράς. Είναι μία φράση που περικλείει την ουσία της συντροφικότητας, αλλά και την πολυπλοκότητα των σχέσεων που σφυρηλατούνται κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα της δημοσιότητας.
Η σειρά, η οποία καλύπτει 35 χρόνια ιστορίας, συγκεντρώνει για πρώτη φορά ένα τόσο πλούσιο αρχειακό υλικό, συνδυάζοντας σπάνιες λήψεις από το παρελθόν με νέες, αποκαλυπτικές συνεντεύξεις των μελών που καθόρισαν μία ολόκληρη γενιά.
Η ιστορία των Take That είναι μία αφήγηση γεμάτη αντιθέσεις. Από τη μία πλευρά, οι αριθμοί προκαλούν δέος: 17 singles στις πρώτες πέντε θέσεις των βρετανικών charts και πέντε τραγούδια που σκαρφάλωσαν στην κορυφή.
Από την άλλη, η εσωτερική δυναμική του σχήματος υπήρξε συχνά εύθραυστη. Ο Gary Barlow, ως ο κύριος τραγουδοποιός και ηγετική φυσιογνωμία, ο Mark Owen με την αφοπλιστική του γοητεία, ο Howard Donald, ο Jason Orange και, φυσικά, ο Robbie Williams, το «enfant terrible» που έμελλε να ακολουθήσει μία εκρηκτική σόλο καριέρα, συνέθεσαν ένα παζλ προσωπικοτήτων που συχνά συγκρούονταν.
Το trailer μάς μεταφέρει πίσω στα 90s, σε μία εποχή όπου η pop ήταν η απόλυτη κυρίαρχος. Βλέπουμε το συγκρότημα στα παρασκήνια, ντυμένους με steampunk στρατιωτικές στολές και προστατευτικά γυαλιά, να προετοιμάζονται για μία ακόμα sold-out εμφάνιση.
«Υπήρχε μία δύναμη… ένας παλμός», αναφέρει ο Gary Barlow, ενώ ο Mark Owen συμπληρώνει πως «από την αρχή, υπήρχε κάτι μέσα μας που ήθελε να αποδείξει κάτι».
Αυτή η δίψα για καταξίωση τους οδήγησε στο να νιώθουν «βασιλιάδες του κόσμου». Ωστόσο, παραδέχονται πως τίποτα δεν θα μπορούσε να τους είχε προετοιμάσει για το μέγεθος της υστερίας που θα αντιμετώπιζαν.
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα στοιχεία της παραγωγής είναι η συμμετοχή και των πέντε αρχικών μελών. Ακόμα και ο Robbie Williams, ο οποίος αποχώρησε το 1995 προκαλώντας σεισμό στη μουσική βιομηχανία και οδηγώντας το συγκρότημα στη διάλυση έναν χρόνο μετά, καταθέτει τη δική του οπτική.
Η σειρά καταγράφει με λεπτομέρεια τις δύσκολες διαπροσωπικές τους σχέσεις, τις περιόδους της αποξένωσης αλλά και τις θριαμβευτικές επανενώσεις. Θυμόμαστε την επιστροφή τους το 2005 ως κουαρτέτο, χωρίς τον Robbie Williams, και την κυκλοφορία των άλμπουμ «Beautiful World» και «The Circus», προτού εκείνος επανενταχθεί στις τάξεις τους το 2010 για το εμβληματικό «Progress».
Η αφήγηση δεν σταματά εκεί, καθώς παρακολουθεί τη μετέπειτα πορεία τους, την εκ νέου αποχώρηση του Robbie Williams και την απόφαση του Jason Orange να αποσυρθεί οριστικά από τα φώτα της δημοσιότητας το 2014, αφήνοντας το συγκρότημα ως τριάδα για το άλμπουμ «III».
Παρά τις αλλαγές στη σύνθεση, η χημεία παραμένει αδιαπραγμάτευτη. Το trailer κλείνει με τον πάντα παιχνιδιάρικο Robbie Williams, ο οποίος φορώντας ένα λαμπερό ασημένιο κράνος, αστειεύεται μπροστά στην κάμερα λέγοντας: «Φιλιόμασταν όλοι πριν από το σόου… με έναν μάτσο τρόπο».
Η χρονική συγκυρία της κυκλοφορίας του ντοκιμαντέρ δεν είναι τυχαία. Οι Take That ετοιμάζονται να επιστρέψουν στις ζωντανές εμφανίσεις το ερχόμενο καλοκαίρι με την περιοδεία «The Circus Live», η οποία θα ξεκινήσει στις 29 Μαΐου από το Στάδιο St. Mary’s στο Σαουθάμπτον. Η σειρά του Netflix λειτουργεί ως ο ιδανικός πρόλογος για αυτή την επιστροφή, προσφέροντας στους θαυμαστές τη δυνατότητα να κατανοήσουν το βάθος της διαδρομής τους.
Σε μία εποχή που τα μουσικά είδωλα κατασκευάζονται και αποδομούνται με ταχύτητα φωτός, η περίπτωση των Take That παραμένει μία σπουδή πάνω στην ανθεκτικότητα. Το ντοκιμαντέρ υπόσχεται να είναι κάτι περισσότερο από μία απλή παράθεση γεγονότων, αλλά φιλοδοξεί να αποτελέσει μία μελέτη χαρακτήρων που μεγάλωσαν μπροστά στα μάτια του κοινού, έκαναν λάθη, συγκρούστηκαν, αλλά τελικά κατάφεραν να διατηρήσουν ζωντανό τον μύθο τους.
Η pop, άλλωστε, στην πιο αγνή της μορφή, είναι αυτή που καταφέρνει να ενώνει το παρελθόν με το παρόν και οι Take That φαίνεται πως γνωρίζουν καλά πώς να κρατούν αυτόν τον δεσμό αρραγή.
Με την πρεμιέρα να πλησιάζει, το ερώτημα δεν είναι αν οι Take That παραμένουν επίκαιροι, αλλά το πώς η δική τους αλήθεια θα αντηχήσει σε μία νέα γενιά που ανακαλύπτει τώρα τη γοητεία των συγκροτημάτων. Γιατί, όπως εύστοχα σημειώνεται, στον σκληρό κόσμο της μουσικής, τίποτα δεν μπορεί πραγματικά να νικήσει την αίσθηση του να ανήκεις κάπου.
