Ανάμεσα στις σκιές του δάσους και την παγωμένη απομόνωση, το ένατο άλμπουμ της Taylor Swift διεκδικεί πλέον τον τίτλο της σημαντικότερης καλλιτεχνικής παρακαταθήκης της.
Όταν στις 11 Δεκεμβρίου 2020 η Taylor Swift ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά την κυκλοφορία του «Evermore», ο κόσμος βρισκόταν ακόμα βυθισμένος στην αβεβαιότητα της πανδημίας. Μόλις πέντε μήνες είχαν περάσει από το «Folklore», το άλμπουμ που επαναπροσδιόρισε τη δημόσια εικόνα της, μετατρέποντάς την από μία pop star των σταδίων σε μία εσωστρεφή ποιήτρια της indie folk σκηνής.
Το «Evermore» συστήθηκε ως ο «αδελφός δίσκος» του προκατόχου του, μία εξερεύνηση στα ίδια ηχοτοπία, αλλά με μία διάθεση πιο ελεύθερη, πιο ατίθαση και, τελικά, πιο σκοτεινή.
Σήμερα, πέντε χρόνια μετά, η ιστορία φαίνεται να αποκαθιστά την αλήθεια: αν το «Folklore» ήταν η έκρηξη της δημιουργικότητας μέσα στην καραντίνα, το «Evermore» είναι η ουσία της, το magnum opus μιας καλλιτέχνιδας που έμαθε να μετουσιώνει τον χρόνο σε αιώνια αφήγηση.
Παρά την κριτική αποθέωση, το «Evermore» μοιραία έζησε για καιρό στη σκιά του «Folklore», ειδικά μετά τη βράβευση του τελευταίου με το Grammy για το Άλμπουμ της Χρονιάς.
Όμως, ανατρέχοντας στις δεκαπέντε ιστορίες που συνθέτουν αυτό το άλμπουμ, ανακαλύπτουμε την Taylor Swift στην πιο ώριμη συγγραφική της στιγμή. Αν το προηγούμενο άλμπουμ ήταν μία νοσταλγική απόδραση στο παρελθόν, το «Evermore» είναι μία κατάδυση στον εσωτερικό κόσμο και τις ρωγμές της ανθρώπινης ψυχής. Λειτουργεί ως μία πύλη που οδηγεί σε ένα χιονισμένο σπίτι στα βουνά, όπου οι τοίχοι ψιθυρίζουν μυστικά που κανείς δεν τολμά να πει δυνατά.
Η θεματική ραχοκοκαλιά του έργου κρύβεται στους τελευταίους στίχους του ομώνυμου τραγουδιού, «Evermore», όπου η Swift συνεργάζεται με τους Bon Iver.
Πάνω από τις μελαγχολικές νότες ενός πιάνου, η φωνή της ακούγεται σχεδόν λυτρωτική καθώς τραγουδά: «Είχα ένα συναίσθημα τόσο περίεργο / Πως αυτός ο πόνος δεν θα κρατούσε / Για πάντα». Σε ένα άλμπουμ γεμάτο από γκρίζους Νοέμβρηδες και Δεκέμβρηδες που μοιάζουν μετέωροι, αυτή η καταληκτική στροφή προσφέρει μία κάθαρση που έρχεται μετά από μία μακρά διαδρομή μέσα στο σκοτάδι.
Για να γίνει αντιληπτή η δύναμη αυτού του επιλόγου, πρέπει να αναλογιστεί κανείς τις τραγικές φιγούρες που κατοικούν στον δίσκο.
Στο «Champagne Problems», μία γυναίκα απορρίπτει μία πρόταση γάμου επειδή αισθάνεται ανίκανη να ανταποκριθεί στον ρόλο της νύφης, παγιδευμένη στις δικές της ψυχικές διακυμάνσεις. Στο συγκλονιστικό «Tolerate It», παρακολουθούμε μία σύζυγο εγκλωβισμένη σε έναν γάμο χωρίς αγάπη, να περιμένει μάταια ένα νεύμα έγκρισης από έναν άνθρωπο που απλώς την «ανέχεται».
Στο «Happiness», η Swift ανατέμνει το τέλος μιας επταετούς σχέσης, όχι με θυμό, αλλά με την οδυνηρή παραδοχή πως η ευτυχία υπήρχε κάποτε και θα υπάρξει ξανά, ακόμα και αν τώρα φαντάζει αδιανόητη.
Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των ιστοριών είναι ένας ασφυκτικός πόνος που μοιάζει ισόβιος. Η Swift παλεύει με την έννοια της μονιμότητας και του εγκλωβισμού σε ατέρμονους κύκλους. Είτε πρόκειται για την περιστασιακή επαφή με έναν παλιό έρωτα στο «’Tis the Damn Season», είτε για την αιώνια νοσταλγία για κάποιον που έφυγε στο «Dorothea», η αίσθηση του «στατικού» κυριαρχεί. Ακόμα και στις πιο κινηματογραφικές στιγμές, όπως το «No Body, No Crime», η δίψα για εκδίκηση μοιάζει με μία φωτιά που δεν σβήνει ποτέ.
Ωστόσο, προς το τέλος της ωριαίας διάρκειας του άλμπουμ, η Taylor Swift αρχίζει να αποσυναρμολογεί αυτό το αφήγημα της απελπισίας.
Στο «Cowboy Like Me», μία country μπαλάντα για δύο τυχοδιώκτες που βρίσκουν το λιμάνι τους ο ένας στον άλλον, ψιθυρίζει πως «Το “για πάντα” είναι η πιο γλυκιά απάτη». Από εκείνο το σημείο και μετά, το «Evermore» στρέφει το βλέμμα του στο μέλλον. Το «Long Story Short» μιλά για το πώς η αγάπη τη βοήθησε να αφήσει πίσω της τις καταιγίδες, ενώ στο «Marjorie» τιμά την κληρονομιά της γιαγιάς της, βρίσκοντας τη συνέχεια της ζωής μέσα από τη μνήμη.
Στα πέντε χρόνια που μεσολάβησαν, το «Evermore» απέδειξε πως η αξία του είναι διαχρονική. Κυκλοφόρησε σε μία στιγμή που η ανθρωπότητα ήταν «ραγισμένη» και απομονωμένη, προσφέροντας κάτι παραπάνω από απλή παρηγοριά.
Ενώ το «Folklore» μας χάρισε το καταφύγιο της φαντασίας, το «Evermore» μας ζήτησε να κοιτάξουμε κατάματα τις εσωτερικές μας πληγές και να πιστέψουμε πως η ζωή συνεχίζεται.
Είναι μία υπενθύμιση ότι ο πόνος, είτε προκαλείται από εμάς είτε από τους άλλους, δεν είναι η οριστική μας κατάσταση. Αυτό που επιβιώνει είναι η ζωή που επιλέγουμε να χτίσουμε και οι άνθρωποι που αποφασίζουμε να κρατήσουμε κοντά μας.
Πέντε χρόνια μετά, το «Evermore» παραμένει η πιο ειλικρινής πρόσκληση της Taylor Swift: να πιάσουμε το χέρι της και να αφήσουμε τα σχέδιά μας να καταρρεύσουν, προκειμένου να βρούμε κάτι αληθινό.
