Η «ψηφιακή εκμετάλλευση» του θρυλικού καταλόγου των The Police πυροδοτεί μία νέα, σκληρή νομική μάχη, φέρνοντας στην επιφάνεια δεκαετίες οικονομικών διαφωνιών ανάμεσα στα μέλη ενός από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα όλων των εποχών.
Φαίνεται πως οι παλιοί λογαριασμοί δύσκολα κλείνουν οριστικά, ακόμη και για ένα συγκρότημα του διαμετρήματος των The Police. Ενώ η μουσική τους κληρονομιά παραμένει ακλόνητη, οι σχέσεις μεταξύ των μελών μοιάζουν και πάλι τεταμένες.
Αυτή τη φορά, το πεδίο της μάχης δεν είναι η σκηνή ή το στούντιο, αλλά οι ψυχρές αίθουσες του Ανώτατου Δικαστηρίου του Λονδίνου. Ο κιθαρίστας Andy Summers και ο ντράμερ Stewart Copeland μηνύουν τον πρώην frontman τους, Sting, ισχυριζόμενοι ότι τους οφείλονται πάνω από 2 εκατομμύρια δολάρια σε απλήρωτα δικαιώματα.
Σύμφωνα με νομικά έγγραφα που είδαν το φως της δημοσιότητας, όπως αποκαλύπτει η εφημερίδα The New York Times, η διαμάχη επικεντρώνεται σε ένα ακανθώδες ζήτημα της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας: την «ψηφιακή εκμετάλλευση».
Οι Summers και Copeland υποστηρίζουν ότι δεν έχουν αποζημιωθεί επαρκώς για τη συμβολή τους στον κατάλογο του συγκροτήματος, διεκδικώντας μία «αμοιβή ενορχηστρωτή» για τα έσοδα που προκύπτουν από το streaming και τις διαδικτυακές πωλήσεις. Με λίγα λόγια, νιώθουν ότι το μερίδιό τους από την ψηφιακή πίτα είναι μικρότερο από αυτό που τους αναλογεί.
Η νομική ομάδα του Sting (κατά κόσμον Gordon Matthew Sumner) πέρασε αμέσως στην αντεπίθεση. Στην απάντησή τους, όχι μόνο αρνούνται τις κατηγορίες, αλλά χαρακτηρίζουν την αγωγή ως μία «παράνομη απόπειρα» για την επανερμηνεία μίας συμφωνίας που υπέγραψαν και τα τρία μέλη το 2016.
Η συμφωνία εκείνη, όπως ισχυρίζονται, είχε σκοπό να βάλει οριστικό τέλος σε τέτοιου είδους διαφωνίες. Μάλιστα, οι δικηγόροι του Sting προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, υπονοώντας ότι οι πρώην συνεργάτες του μπορεί όχι απλώς να έχουν πληρωθεί, αλλά να έχουν «υπερπληρωθεί σημαντικά».
Η ιστορία, κατά κάποιον τρόπο, ξεκινά το 1977. Τότε, σύμφωνα με τους Copeland και Summers, τα μέλη των The Police είχαν συνάψει μία προφορική συμφωνία: κάθε φορά που ένας από αυτούς λάμβανε εισόδημα από ένα τραγούδι που έγραφε, θα μοιραζόταν το 15% αυτού του εισοδήματος με τα άλλα δύο μέλη.
Δεδομένου ότι ο Sting ήταν ο κύριος τραγουδοποιός του συγκροτήματος, έχοντας υπογράψει αποκλειστικά τεράστιες επιτυχίες όπως τα «Roxanne», «Message in a Bottle», «Don’t Stand So Close to Me» και φυσικά το «Every Breath You Take», αυτή η συμφωνία ήταν καθοριστική για την οικονομική ισορροπία της μπάντας.
Αυτή η προφορική δέσμευση επισημοποιήθηκε γραπτώς το 1981 και αναθεωρήθηκε ξανά το 1997, έπειτα από ισχυρισμούς των δύο ότι είχαν πληρωθεί λιγότερα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η πιο πρόσφατη συμφωνία του 2016 αφορούσε κυρίως τη χρήση της μουσικής των The Police σε τηλεοπτικές σειρές και ταινίες. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η καρδιά της σύγχρονης διαμάχης: καλύπτει αυτή η συμφωνία και τα έσοδα από το Spotify, το Apple Music και τις ψηφιακές λήψεις; Οι δύο πλευρές έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες ερμηνείες.
Η νομική φαρέτρα του Sting περιλαμβάνει έναν ιδιαίτερα ισχυρό ισχυρισμό: ανάλογα με την ερμηνεία της συμφωνίας του 2016, μπορεί τεχνικά να μην υποχρεούται να πληρώσει τίποτα στους Copeland και Summers για την ψηφιακή αναπαραγωγή της μουσικής τους. Η διοικητική ακρόαση για την υπόθεση έχει προγραμματιστεί για τον Ιανουάριο και αναμένεται με τεράστιο ενδιαφέρον.
Η νέα αυτή δικαστική διαμάχη είναι μία θλιβερή υπενθύμιση ότι πίσω από τις αρμονίες και τους εμβληματικούς στίχους, κρύβονται συχνά περίπλοκες οικονομικές συμφωνίες και ανθρώπινες σχέσεις που φθείρονται στον χρόνο.
Η κληρονομιά των The Police είναι αδιαμφισβήτητη, αλλά το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας τους γράφεται, δυστυχώς, με νομικούς όρους. Το ερώτημα που πλανάται είναι αν η φιλία και η κοινή καλλιτεχνική πορεία μπορούν τελικά να επιβιώσουν από τη σκληρή πραγματικότητα των αριθμών και των συμβολαίων.
