Το «Lost Americana» είναι το πιο ώριμο και φιλόδοξο άλμπουμ του MGK, ολοκληρώνοντας τη μεταμόρφωσή του σε έναν καλλιτέχνη που γεφυρώνει τη rap, τη rock και την αμερικανική παράδοση.
Το έβδομο άλμπουμ του Machine Gun Kelly (MGK), με τίτλο «Lost Americana», αναδεικνύεται ως το πιο τολμηρό του μέχρι σήμερα, καταφέρνοντας να συνδυάσει στοιχεία της αμερικανικής μουσικής παράδοσης σε κάτι εντελώς φρέσκο.
Αυτό το ταξίδι μέσα από 13 τραγούδια, διάρκειας 42 λεπτών, διαπρέπει σε διαφορετικά είδη και μοιάζει ταυτόχρονα νοσταλγικό και επαναστατικό. Το άλμπουμ, που έρχεται τρία χρόνια μετά το «Mainstream Sellout», φέρνει μία απροσδόκητη ανατροπή: ο θρυλικός Bob Dylan δανείζει την εμβληματική φωνή του για να αφηγηθεί το trailer του άλμπουμ.
Αυτό που κάνει το «Lost Americana» ξεχωριστό είναι ο τρόπος με τον οποίο απορροφά την ουσία των πραγμάτων που έχουν χαθεί στην Αμερική, ενώ ταυτόχρονα δείχνει κάτι νέο. Δεν πρόκειται για ένα ακόμα pop-punk άλμπουμ ή μία απλή επιστροφή στις rap ρίζες του.
Αντίθετα, ο MGK δημιουργεί μία μουσική αυτοβιογραφία που μοιάζει με οδήγηση σε μία μικρή αμερικανική πόλη την ώρα του ηλιοβασιλέματος, βρίσκοντας την ομορφιά σε εγκαταλελειμμένα μέρη και ξεχασμένα όνειρα.
Στο trailer, ο Dylan περιγράφει ότι το «Lost Americana» είναι «μια γιορτή του να αναπλάθεις το παρελθόν σου ενώ χτίζεις το μέλλον σου με τους δικούς σου όρους». Αυτή η ωρίμανση στην προσέγγιση του MGK, σε συνδυασμό με την πιο δυνατή τραγουδοποιία του, τοποθετούν αυτό το άλμπουμ ως το ενδεχομένως πιο σημαντικό του.
Το «Lost Americana» αποκαλύπτει την πιο εξελιγμένη προσέγγιση του Machine Gun Kelly στη σύνθεση, που ξεπερνά την εριστική αυθάδεια των προηγούμενων rock προσπαθειών του και στρέφεται σε μία γνήσια συναισθηματική ευαισθησία.
Το άλμπουμ ανοίγει με το «outlaw overture», ένα κομμάτι με επιρροές από τη δεκαετία του ’80 που μετατρέπεται σε μπαλάντα, καθιερώνοντας τα alternative rock θεμέλια, ενώ αναδεικνύει το διευρυμένο εύρος της φωνής του Machine Gun Kelly.
Η εξέλιξη μέσα από τραγούδια όπως το «cliché» (το πρώτο single που συνδυάζει ακουστική κιθάρα με χορευτικό pop-rock) και το «goddamn» (μια country επίδειξη φωνητικού ελέγχου) αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη που αισθάνεται άνετα να πειραματίζεται.
Το πιο σημαντικό, το «vampire diaries» χρησιμοποιεί υπερφυσικές μεταφορές για να εξερευνήσει τους περιορισμούς της φήμης, με στίχους που αντιπροσωπεύουν την πιο λυρικά εξελιγμένη προσέγγισή του.
Η πιο τολμηρή δημιουργική επιλογή έρχεται με το «indigo», μία ριζική αλλαγή κατεύθυνσης που επιστρέφει στην καθαρή rap με μία αναφορά στη J.K. Rowling, και ακολουθείται από το hip-hop «tell me what’s up». Αυτά τα κομμάτια, αντί να μοιάζουν με παραχωρήσεις, αποδεικνύουν την αυτοπεποίθηση του Machine Gun Kelly. Δεν εγκαταλείπει το hip-hop, αλλά το ενσωματώνει φυσικά στην καλλιτεχνική του παλέτα.
Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το «orpheus», μία πιθανή αναφορά στον ελληνικό μύθο του Ορφέα, με θέματα που λειτουργούν ως καλλιτεχνικό μανιφέστο.
Το «Lost Americana» επωφελείται από την πιο σταθερή ομάδα συνεργατών του MGK, με τον Nick Long να συνυπογράφει και να κάνει την παραγωγή και των 13 τραγούδια, μετά από μία εντατική περίοδο ηχογράφησης.
Η επιλεκτική συμμετοχή του Travis Barker στην παραγωγή του «vampire diaries» καταδεικνύει μία στρατηγική συνεργασία, επιτρέποντας στη βασική ομάδα του MGK (Stephen «BazeXX» Basil, Brandon «SlimXX» Allen, Andrew «No Love for the Middle Child» Migliore) να καθιερώσει την ταυτότητα του άλμπουμ.
Το «Lost Americana» ολοκληρώνει τη μεταμόρφωση του MGK από μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα της rap σε έναν ηγέτη της rock, αντιπροσωπεύοντας το τρίτο άλμπουμ σε αυτό που μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως η rock τριλογία του.
Η εξέλιξή του από τη διαμάχη με τον Eminem το 2018, μέσω της αλλαγής είδους στο «Tickets To My Downfall» (2020) και της επιτυχίας του «Mainstream Sellout» (2022), κορυφώνεται σε αυτή τη συναισθηματικά ειλικρινή δήλωση.
Η πρόβλεψή του ότι η δεκαετία του 2020 θα περιλαμβάνει «πολύ μουσική με κιθάρα» έχει αποδειχθεί διορατική. Η συνεργασία του με τον Travis Barker βοήθησε στην αναβίωση του pop-punk, επηρεάζοντας καλλιτέχνες όπως η Willow και ο YUNGBLUD.
Η θέση του άλμπουμ μέσα στην ευρύτερη δισκογραφία του δείχνει καλλιτεχνική εξέλιξη και όχι εγκατάλειψη.
Ενώ το «Hotel Diablo» (2019) λειτούργησε ως γέφυρα, το «Lost Americana» αντιπροσωπεύει την πλήρη καλλιτεχνική ενσωμάτωση του. Δεν επιλέγει μεταξύ rap και rock, αλλά δημιουργεί μία ξεχωριστή αμερικανική μουσική ταυτότητα που περιλαμβάνει και τις δύο παραδόσεις μαζί με country, pop και alternative επιρροές.
Με το «Lost Americana», ο Machine Gun Kelly δεν αρκείται στο να πειραματιστεί – χτίζει ένα πολυσύνθετο μουσικό τοπίο όπου οι προσωπικές του ρίζες, η αμερικανική παράδοση και η σύγχρονη εναλλακτική σκηνή συνυπάρχουν χωρίς συμβιβασμούς.
Από τις κινηματογραφικές αφηγήσεις του Bob Dylan μέχρι τις ευαίσθητες μπαλάντες και τις θαρραλέες επιστροφές στη rap, το άλμπουμ λειτουργεί σαν καλλιτεχνικό ημερολόγιο που καταγράφει την ενηλικίωσή του.
Δεν είναι απλώς η ολοκλήρωση μίας μεταμόρφωσης, είναι η απόδειξη ότι η ταυτότητα ενός καλλιτέχνη δεν χρειάζεται να χωρέσει σε ένα κουτάκι, αλλά μπορεί να επεκταθεί, να συνδυάσει και να αναγεννηθεί. Και αν αυτό το ταξίδι μοιάζει με οδήγηση σ’ έναν δρόμο γεμάτο στροφές και ανατροπές, το «Lost Americana» δείχνει πως ο MGK κρατά πια το τιμόνι με αυτοπεποίθηση — και δεν φοβάται να πατήσει γκάζι.
