Με αφορμή τα 10 χρόνια του «Badlands», η Halsey μιλά για το τίμημα της επιτυχίας, την απομάκρυνση από τα φώτα και τη μάχη για την καλλιτεχνική της ακεραιότητα σε μία βιομηχανία που μετρά μόνο νούμερα.
Σε μία συζήτηση – ποταμό, γεμάτη ωμή ειλικρίνεια, με τον Zane Lowe στο Apple Music, η Halsey άνοιξε τα χαρτιά της κάνοντας έναν απολογισμό ζωής και καριέρας που λίγοι καλλιτέχνες του διαμετρήματός της τολμούν.
Λίγο πριν την έναρξη της διεθνούς περιοδείας της «Back to Badlands», η Halsey έκανε μία βουτιά στο παρελθόν, με αφορμή τη συμπλήρωση μίας δεκαετίας από το άλμπουμ που τη σημάδεψε, τον παρθενικό δίσκο της, «Badlands».
Η τραγουδίστρια αποκάλυψε τα σύνθετα, συχνά αντιφατικά συναισθήματά της για το άλμπουμ που την εκτόξευσε στη στρατόσφαιρα της ποπ, αλλά και τις σκοτεινές πτυχές και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε ως ένα «παιδί – σταρ» που μεγάλωσε κάτω από το φως των προβολέων.
Για πολλά χρόνια, όπως εξομολογήθηκε, προσπάθησε συνειδητά να αποστασιοποιηθεί από εκείνα τα πρώτα τραγούδια. Τα έβλεπε όχι ως καλλιτεχνικά της επιτεύγματα, αλλά ως μία οδυνηρή υπενθύμιση μίας νεότερης, πιο αθώας και αφελούς εκδοχής του εαυτού της.
Ωστόσο, ο χρόνος λειτούργησε θεραπευτικά. Σήμερα, έχοντας συμφιλιωθεί πλήρως με εκείνη την περίοδο, μιλά για το «Badlands» ως ένα άλμπουμ «τόσο αγαπημένο».
Το περιγράφει ως το αποτέλεσμα ενός εκρηκτικού συνδυασμού «ανυποχώρητης» αλλά και «αφελούς τόλμης» — μίας δημιουργικής ενέργειας που, όπως παραδέχεται, νιώθει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να αναπαράγει σήμερα. Ήταν μία σπίθα που άναψε μία και μοναδική φορά.
Η συζήτηση, όμως, δεν περιορίστηκε στη νοσταλγία. Η Halsey μίλησε για το δίχρονο διάλειμμά της από τη μουσική, μία απόφαση που σόκαρε πολλούς, αλλά και για τη σκληρή πραγματικότητα του να βρίσκεσαι διαρκώς στο επίκεντρο της δημοσιότητας.
«Δεν μου άρεσε να είμαι τόσο διάσημη», είπε χωρίς περιστροφές, μία δήλωση που συμπυκνώνει τη σύγκρουσή της με τη διασημότητα.
Επίσης, εξήγησε πώς η φήμη, την οποία κάποτε λαχταρούσε με όλο της το είναι, εξελίχθηκε σε ένα αφόρητο βάρος, δύσκολο να το διαχειριστεί. Επιπλέον, περιέγραψε πώς οι προσωπικές της μάχες με την ψυχική υγεία και μία σειρά από έντονες προκλήσεις διοχετεύτηκαν στη μουσική της πρώτης περιόδου, κάνοντάς την ταυτόχρονα και διέξοδο και φυλακή.
Το διάλειμμά της, αποτέλεσμα τόσο προσωπικής επιλογής όσο και σοβαρών θεμάτων υγείας, είχε το τίμημά του: σήμαινε πως έχασε ένα σημαντικό μέρος της δυναμικής της, βρίσκοντας τον εαυτό της να πρέπει να συστηθεί ξανά σε μία νέα γενιά ακροατών που δεν γνώριζε καν τη δουλειά της.
Παρά τα πισωγυρίσματα και τις δυσκολίες, η Halsey παραμένει αδιαπραγμάτευτα υπερήφανη για όσα έχει δημιουργήσει.
Με ιδιαίτερη ένταση αναφέρθηκε στο υποψήφιο για Grammy άλμπουμ της «If I Can’t Have Love, I Want Power» ως το δικό της «magnum opus» — το αριστούργημά της.
Ένα άλμπουμ, όμως, που η κυκλοφορία του συνέπεσε με την αποχώρησή της από τη δισκογραφική εταιρεία της. Για τη Halsey, αυτό το γεγονός δεν ήταν σύμπτωση, αλλά ένα ενδεικτικό σύμπτωμα της παθογένειας της μουσικής βιομηχανίας: της εμμονής με τους αριθμούς και τα charts σε βάρος της καθαρής τέχνης.
Η δήλωσή της ήταν αποστομωτική και απόλυτα συνειδητοποιημένη: «Το έργο μου είναι επιτυχημένο για έναν πειραματικό καλλιτέχνη», είπε. «Αλλά όταν συγκρίνεται με τη mainstream επιτυχία που είχα κάποτε, θεωρείται “αποτυχία”».
Η εξομολόγηση της Halsey αποκαλύπτει το πορτρέτο μίας καλλιτέχνιδας που πάλεψε με τους δαίμονες της φήμης, αμφισβήτησε το ίδιο το σύστημα που τη δημιούργησε και, τελικά, επέλεξε την καλλιτεχνική αλήθεια έναντι της εμπορικής επιβεβαίωσης.
Η πορεία της, από την αφελή τόλμη του «Badlands» μέχρι την καλλιτεχνική ωριμότητα του «If I Can’t Have Love, I Want Power» και το εξομολογητικό concept album «The Great Impersonator» (2024), είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας και μία ηχηρή υπενθύμιση πως η πραγματική επιτυχία δεν μετριέται πάντα με νούμερα, αλλά με την ικανότητα να παραμένεις πιστός στον εαυτό σου, ό,τι κι αν αυτό κοστίζει.
