Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών ο θρυλικός κιθαρίστας των Booker T. & the M.G.’s, ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από αριστουργήματα όπως το «(Sittin’ On) The Dock of the Bay» και το «Green Onions».
Ο Steve Cropper, ο κιθαρίστας που εισήχθη στο Rock & Roll Hall of Fame και του οποίου τα δάχτυλα βοήθησαν να σχηματιστεί ο χαρακτηριστικός «ήχος soul του Μέμφις» στις ηχογραφήσεις της Stax Records για τον Otis Redding, τον Wilson Pickett και τους Booker T. & the M.G.’s, πέθανε την Τετάρτη 3 Δεκεμβίου σε ηλικία 84 ετών.
Την είδηση του θανάτου του μουσικού επιβεβαίωσε στο Rolling Stone η Pat Mitchell Worley, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος του Soulsville Foundation, του ιδρύματος που διαχειρίζεται το Μουσείο Αμερικανικής Σόουλ Μουσικής της Stax στο Μέμφις. Η αιτία θανάτου δεν έγινε άμεσα γνωστή.
«Η προσφορά του Steve Cropper στην αμερικανική μουσική είναι σημαντική, αλλά η συνεισφορά του στη soul και την R&B είναι ανυπολόγιστη. Ως ιδρυτικό μέλος των Booker T. & the M.G.’s και ακρογωνιαίος λίθος του ήχου της Stax Records, η τραγουδοποιία και η δουλειά του στην κιθάρα διαμόρφωσαν την ίδια τη γλώσσα της soul μουσικής», ανέφερε η Mitchell Worley σε δήλωσή της.
«Ένας προικισμένος συνθέτης, παραγωγός και μουσικός, ο Cropper βοήθησε στη δημιουργία διαχρονικών επιτυχιών που συνεχίζουν να επηρεάζουν καλλιτέχνες και ανθρώπους παγκοσμίως. Το χαρακτηριστικό του στυλ βοήθησε να οριστεί μία ολόκληρη εποχή και τσιμέντωσε την κληρονομιά του ως ενός από τους σημαντικότερους κιθαρίστες στη σύγχρονη μουσική ιστορία», συνέχισε.
Ως ο βασικός κιθαρίστας της «house band» της Stax κατά τη διάρκεια της χρυσής εποχής της εταιρείας από το Μέμφις, ο Cropper έπαιξε σε κλασικά κομμάτια όπως το «Soul Man» των Sam & Dave, το «Green Onions» των Booker T. & The M.G.’s, το «In the Midnight Hour» του Wilson Pickett και το εμβληματικό «(Sittin’ On) The Dock of the Bay» του Otis Redding. Μάλιστα, ο Cropper συνυπέγραψε ως δημιουργός τις τρεις τελευταίες από αυτές τις επιτυχίες.
«Ο Cropper υπήρξε το μυστικό συστατικό σε μερικά από τα σπουδαιότερα rock και soul τραγούδια», έγραψε το Rolling Stone όταν τοποθέτησε τον Cropper στο νούμερο 45 της λίστας με τους 250 Σπουδαιότερους Κιθαρίστες Όλων των Εποχών.
«Το λιτό, γεμάτο ψυχή παίξιμό του έχει εμφανιστεί σε δίσκους δεκάδων ροκ και R&B καλλιτεχνών, συμπεριλαμβανομένης μιας θητείας στην μπάντα των Blues Brothers. Σκεφτείτε την εισαγωγή στο “Soul Man” των Sam & Dave, τις εκρηκτικές λυγισμένες νότες στο “Green Onions” του Booker T., ή τα περίτεχνα γεμίσματα της κιθάρας στο “(Sittin’ on) The Dock of the Bay” του Redding — όλα φέρουν τον χαρακτηριστικό ήχο του Cropper, την πεμπτουσία της soul κιθάρας», ανέφερε το περιοδικό.
Ο ίδιος, με μία ταπεινότητα που σπανίζει σε τέτοιο επίπεδο, είχε πει κάποτε: «Δεν με νοιάζει να είμαι στο κέντρο της σκηνής. Είμαι μέλος της μπάντας, πάντα ήμουν μέλος της μπάντας».
Για το «Dock of the Bay», το οποίο κατατάσσεται στο νούμερο 26 της λίστας του Rolling Stone με τα 500 Σπουδαιότερα Τραγούδια Όλων των Εποχών, ο Cropper συνεισέφερε τις συγχορδίες της κιθάρας και τον ρυθμό στους στίχους του Redding, οι οποίοι μιλούσαν για την εμπειρία του σε ένα πλωτό σπίτι στο Σαουσαλίτο.
«Όντας ο τύπος του καθαρολόγου, του είπα: “Otis, σκέφτηκες ποτέ ότι αν ένα πλοίο πάρει κλίσ, θα μπάσει νερά και θα βυθιστεί;”», θυμόταν ο Cropper μιλώντας στο Rolling Stone το 2017. «Και εκείνος είπε για τον στίχο: “Στο διάολο, Crop, αυτό είναι που θέλω”, και ο Otis πάντα περνούσε το δικό του».
Ωστόσο, το πολυπλατινένιο No. 1 τραγούδι δεν κυκλοφόρησε παρά τον Δεκέμβριο του 1967, έναν μήνα μετά τον τραγικό θάνατο του Redding σε αεροπορικό δυστύχημα με αεροσκάφος. Ο Cropper ολοκλήρωσε τη δουλειά στο τραγούδι αμέσως μετά τον χαμό του φίλου και συνεργάτη του.
«Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που χρειάστηκε να κάνω ποτέ ήταν η μίξη αυτού του τραγουδιού», είχε εκμυστηρευτεί ο Cropper. «Έμεινα ξύπνιος 24 ώρες κάνοντας τη μίξη. Το επόμενο πρωί πήγα στο αεροδρόμιο, βγήκα στην πίστα και μία αεροσυνοδός κατέβηκε στη βάση της σκάλας και της παρέδωσα αυτό το μάστερ».
Γεννημένος στο Μιζούρι, ο Steve Cropper μετακόμισε στο Μέμφις ως παιδί, όπου η πόλη του Τενεσί τον έφερε σε επαφή με τη γκόσπελ μουσική. Ως έφηβος κιθαρίστας, συνίδρυσε το συγκρότημα Mar-Keys, με το οποίο ηχογράφησε το κλασικό ορχηστρικό «Last Night» για την τοπική εταιρεία Stax το 1961. Ήταν ένα από τα πρώτα κομμάτια που κυκλοφόρησαν από την εταιρεία μετά την αλλαγή του ονόματός της από Satellite Records σε Stax.
Οι Mar-Keys σύντομα έγιναν η μόνιμη μπάντα (in-house band) για τη Stax Records. Πέρα από τη συνοδεία των καλλιτεχνών που ηχογραφούσαν στο στούντιο της εταιρείας, μέλη των Mar-Keys επαναπροσδιορίστηκαν ως Booker T. & The M.G.’s (με επικεφαλής τον πληκτρά των Mar-Keys, Booker T. Jones) για τις δικές τους κυκλοφορίες.
Μετά τη θρυλική, σχεδόν δεκαετή θητεία του στη Stax, ο Cropper μετακόμισε στο Λος Άντζελες και έγινε ένας περιζήτητος session μουσικός, παίζοντας σε κομμάτια καλλιτεχνών όπως ο John Lennon (στο «Rock ’n’ Roll» του 1975), ο Ringo Starr, ο John Prine, ο Leon Russell και ο Rod Stewart.
Αξιοσημείωτη ήταν η συμμετοχή του στους Blues Brothers, όπου ο Cropper εμφανίστηκε και στην κωμωδία του 1980 που βασίστηκε στα σκετς του «Saturday Night Live» (αναβιώνοντας μάλιστα τη δουλειά του στο «Soul Man» των Sam & Dave).
Ο Cropper εισήχθη στο Rock and Roll Hall of Fame το 1992 ως μέλος των Booker T. & The M.G.’s. Δύο φορές βραβευμένος με Grammy, έλαβε επίσης το Βραβείο Συνολικής Προσφοράς από τα Grammy το 2007.
Σήμερα, ο κόσμος της μουσικής δεν αποχαιρετά απλώς έναν βιρτουόζο της κιθάρας, αλλά έναν αρχιτέκτονα του ήχου που έντυσε τα συναισθήματα εκατομμυρίων ανθρώπων. Η κληρονομιά του Steve Cropper δεν βρίσκεται μόνο στις νότες που έπαιξε, αλλά στο κενό που άφηνε ανάμεσά τους, επιτρέποντας στην ψυχή της μουσικής να αναπνεύσει. Καλό ταξίδι.
