Ο Thomas Raggi των Måneskin κυκλοφορεί το πρώτο του άλμπουμ «Masquerade», σε παραγωγή Tom Morello, με συμμάχους τους Beck, Alex Kapranos, Sergio Pizzorno, Chad Smith και άλλους.
Στη Λεωφόρο Sunset, ένα όνομα-θρύλος του rock όπως το Whisky A Go-Go έχει τον τρόπο να χτίζει μύθους. Από εκεί, μόλις δύο ημέρες πριν, ένας 23χρονος κιθαρίστας από την Ιταλία ανέβασε την ένταση στο κόκκινο, παρουσιάζοντας ζωντανά τα οκτώ τραγούδια του πρώτου του σόλο άλμπουμ.
Ο Thomas Raggi, ο άνθρωπος που έγινε γνωστός μέσα από τους Måneskin, κυκλοφορεί σήμερα το «Masquerade» και το κάνει με την αυτοπεποίθηση κάποιου που ξέρει ότι η κιθάρα του μπορεί να μιλήσει σε πολλές γενιές ταυτόχρονα.
Το «Masquerade» είναι μία συμπαγής, υψηλής τάσης σύμπραξη γύρω από το κιθαrockεντρικό rock, ένα οκτατραγουδο, ωμό και παθιασμένο project που ενώνει έναν ανερχόμενο πρωταγωνιστή με τα είδωλα που του έδειξαν τον δρόμο.
Στην παραγωγή βρίσκεται ο Tom Morello, και γύρω του ένα εκλεκτό lineup: Beck, Nic Cester, Alex Kapranos, Maxim, Hama Okamoto, Sergio Pizzorno, Chad Smith, Matt Sorum, Luke Spiller και Upsahl μπαίνουν στο ίδιο δωμάτιο και αφήνουν τις κιθάρες να μιλήσουν. Δεν είναι απλώς συμμετοχές για το θεαθήναι αλλά ένα κανονικό εργαστήριο ενέργειας, όπου κάθε μουσικός προσθέτει το δικό του στίγμα σε ένα άλμπουμ που αναπνέει δυνατά.
Ο ίδιος ο Raggi το περιγράφει ως «το αποτέλεσμα πολλής δουλειάς και αφοσίωσης», ένα σχέδιο που, όπως λέει, «γεννήθηκε φυσικά, όσο βάθαινε η μουσική μου σύνδεση με τον Tom και με όλους τους καλλιτέχνες που μπήκαν στο ταξίδι». Στέκεται σ’ αυτό που οι μεγάλοι του rock συχνά υπενθυμίζουν στους νεότερους: το ένστικτο.
«Το να βλέπεις τόσα μουσικά είδωλα να συναντιούνται, μου θύμισε ότι η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα, ότι πρέπει να ακολουθείς το ένστικτό σου και απλώς να κάνεις αυτό που νιώθεις. Νιώθω σαν εκείνοι που έγραψαν την ιστορία της μουσικής να βάζουν το χέρι τους στον ώμο μου και να λένε: “Είσαι στον σωστό δρόμο.”»
Ο Tom Morello, από τους ελάχιστους κιθαρίστες που μπορούν να μιλούν εκ των έσω για το τι σημαίνει να ξαναδίνεις πνοή στο rock, είναι εξίσου καθαρός.
«Έχω λατρέψει να δουλεύω πάνω σε αυτό το project. Και είμαι τόσο περήφανος για το αποτέλεσμα. Είναι απίστευτο να βλέπεις έναν τόσο νέο, ταλαντούχο τύπο (από την Ιταλία!!!!) να κρατά τη σκυτάλη του rock’n’roll για μία νέα γενιά», λ
Η φράση «σκυτάλη» εδώ δεν είναι σχήμα λόγου. Το «Masquerade» ακούγεται σαν τελετή παράδοσης, σαν μία στιγμή όπου οι ήχοι του παρελθόντος και η ορμή του παρόντος συμπίπτουν.
Από το πρώτο δευτερόλεπτο, το άλμπουμ αποκαλύπτει τον συλλογικό του παλμό.
Το εναρκτήριο τραγούδι-αιχμή «Getcha!» είναι ένας εκρηκτικός συνδυασμός: στα ντραμς ο Chad Smith των Red Hot Chili Peppers, στα λόγια και στα φωνητικά ο Nic Cester των Jet. Είναι εκείνη η γνώριμη αίσθηση του κλασικού rock που δεν παλινδρομεί στη νοσταλγία αλλά μεταφέρεται στο τώρα – σφιχτό, δυναμικό, με κιθάρες που στήνουν κορυφώσεις και τύμπανα που κρατούν τον ρυθμό με γροθιές.
Για να δώσει επιπλέον ζωή στο τραγούδι, ο Raggi μοιράστηκε κι ένα ζωντανό performance video του «Getcha!», γυρισμένο πριν από δύο ημέρες στο ασφυκτικά γεμάτο, one-night-only live στο Whisky A Go-Go.
Εκεί, προς τέρψη των θαυμαστών, στη σκηνή ανέβηκαν ο Tom Morello, ο Nic Cester, ο Matt Sorum, ο Luke Spiller και η Upsahl για να περάσουν μαζί με τον Raggi από όλα τα οκτώ κομμάτια του άλμπουμ.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η βραδιά απογειώθηκε με διασκευές-γροθιές στο στομάχι: το «Call Me» των Blondie, ένα σεισμικό «Whole Lotta Love» των Led Zeppelin που ταρακούνησε τη σκηνή, και, στο πιο αναμενόμενο κάλεσμα της βραδιάς, το κοινό να παίρνει τα φωνητικά στο «Killing In The Name» των Rage Against The Machine.
Υπάρχει κάτι αφοπλιστικό στη φυσικότητα με την οποία το «Masquerade» στήνει γέφυρες. Οι συμμετοχές δεν λειτουργούν ως βαρίδια επωνυμίας αλλά ως ενισχυτές του βασικού αφηγήματος: το rock, όταν είναι ειλικρινές και κιθαροκεντρικό, δεν χρειάζεται περίτεχνα προσχήματα. Θέλει ένστικτο, τριξίματα, λάμψεις – αυτές τις στιγμές που ο ήχος σε παρασύρει προτού προλάβεις να τον αναλύσεις.
Ο Raggi φαίνεται να το γνωρίζει καλά. Η κιθάρα του δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι, απλώς κάνει χώρο για τον διάλογο που ανοίγουν τα κομμάτια μεταξύ τους.
Στην εποχή των αλγορίθμων, όπου κάθε τραγούδι μοιάζει να έχει προορισμό μία λίστα αναπαραγωγής, το «Masquerade» επιμένει στο παλιό, διαχρονικό στοίχημα: μία παρέα μουσικών κλείνεται σε στούντιο για να φτιάξει κάτι που θα ακουστεί δυνατά, ενωμένα, χωρίς ντροπές. Το αποτέλεσμα είναι όσο ωμό χρειάζεται, με εκείνη την αίσθηση «πρώτης λήψης» που κουβαλάει ζωή.
Αν κάτι αφήνει πίσω του το live στο Λος Άντζελες, είναι αυτή η σκηνική παλίρροια που δημιουργείται όταν το πάθος συναντά την τεχνική και η σκηνή γίνεται κοινό έδαφος.
Κάπως έτσι, ο Thomas Raggi στέκεται με σεβασμό αλλά και με σιγουριά απέναντι στις αναφορές του.
Το «Masquerade» δεν προσποιείται ότι ανακαλύπτει εκ νέου τον τροχό – και δεν χρειάζεται. Επιλέγει, αντίθετα, να συνομιλήσει με όσους διαμόρφωσαν τον ήχο του και να τον μεταφέρει σε ένα παρόν που διψάει για γνήσιο ηλεκτρισμό.
Όταν ο ίδιος λέει «η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα», δεν το διατυμπανίζει. Το αποδεικνύει.
Σε έναν κόσμο όπου το rock συχνά αντιμετωπίζεται είτε ως νοσταλγία είτε ως πόζα, ο Thomas Raggi καταθέτει με το «Masquerade» μία πρόταση που μοιάζει με αναπνοή καθαρού αέρα: ένα άλμπουμ οκτώ τραγουδιών, φτιαγμένο από ανθρώπους που αγαπούν πραγματικά την ένταση της κιθάρας και το συλλογικό παίξιμο.
Αν όντως, όπως εκείνος νιώθει, οι δημιουργοί της ιστορίας βάζουν το χέρι τους στον ώμο του, είναι γιατί βλέπουν κάποιον που δεν φοβάται να ακολουθήσει το ένστικτό του.
Και, όπως διαβεβαιώνει ο Tom Morello, να κρατήσει τη σκυτάλη του rock’n’roll για εκείνους που έρχονται.
Με λίγα λόγια: «Είναι στον σωστό δρόμο».
