Η απίστευτη ιστορία του Mike Millard, του άντρα που ηχογραφούσε κρυφά τους Led Zeppelin και τους Pink Floyd από αναπηρικό καροτσάκι – Πώς μία «παράνομη» κασέτα του έγινε επίσημη κυκλοφορία 50 χρόνια μετά
Λος Άντζελες, Απρίλιος 1975. Έξω από το Los Angeles Sports Arena επικρατεί ένα ελεγχόμενο χάος. Οι Pink Floyd βρίσκονται στην πόλη για πέντε sold-out συναυλίες της περιοδείας «Wish You Were Here» και η αστυνομία, με μία σχεδόν εμμονική τακτική, συλλαμβάνει εκατοντάδες νέους, κυρίως για κατοχή μαριχουάνας.
Μέσα σε αυτόν τον χαμό, ελάχιστοι προσέχουν ένα ετερόκλητο δίδυμο: τον Jim Reinstein να σπρώχνει τον φίλο του, Mike Millard, σε ένα αναπηρικό καροτσάκι προς την είσοδο. «Ο σερίφης τότε ήταν ένας απόλυτος ρατσιστής, εντελώς κατά των χίπηδων», θυμάται σήμερα ο Reinstein. Παρόλα αυτά, μέσα από έναν κλοιό ασφαλείας, κατάφεραν να περάσουν.
Μόλις βρέθηκαν μέσα, ο Reinstein μετέφερε τον Millard σε μία τουαλέτα. Εκεί, ο Millard αποκάλυψε το μυστικό του: κάτω από το κάθισμα του αμαξιδίου έκρυβε ένα ογκώδες κασετόφωνο Nakamichi 550, μπαταρίες και δύο μικρόφωνα AKG, κρυμμένα κάτω από μία στοίβα ρούχα. «Έλεγε πάντα: “Έχω πεπτικά προβλήματα και μπορεί να χρειαστώ μία αλλαξιά”», εξηγεί ο Reinstein. «Είχε ένα σορτς στην κορυφή και η ασφάλεια, μόλις έβλεπε τα εσώρουχα, δεν κοιτούσε παρακάτω».
Το σχέδιό τους δεν ήταν ακριβώς ηθικό –ο Millard δεν χρειαζόταν το αμαξίδιο– αλλά εκείνο το βράδυ, ο Millard και ο Reinstein πέτυχαν κάτι ιστορικό: δημιούργησαν την πιο καθαρή και άρτια ηχογράφηση από ολόκληρη την περιοδεία των Pink Floyd. Μια κασέτα που για δεκαετίες θεωρούνταν το ηχητικό Γκράαλ των θαυμαστών και που τώρα, σχεδόν μισό αιώνα μετά, βρίσκει επιτέλους τη θέση της στο επετειακό box set για τα 50 χρόνια του «Wish You Were Here», που κυκλοφορεί από τη Sony Music.
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ο Mike Millard δεν έζησε για να δει αυτή τη δικαίωση. Το 1994, έβαλε τέλος στη ζωή του, χωρίς να γνωρίζει ποτέ ότι το όνομά του θα γινόταν συνώνυμο της απόλυτης ποιότητας στον κόσμο των bootlegs. Μαζί με τις ηχογραφήσεις των Floyd, κατέγραψε περίπου 350 συναυλίες στο Λος Άντζελες από το 1973 έως τις αρχές του ’90. «Θα ήταν εκστασιασμένος», λέει ο Reinstein. «Δίνει στο έργο του μία σφραγίδα έγκρισης. Δεν είναι πλέον bootleg. Είναι νόμιμο».
Όλα ξεκίνησαν τον Μάρτιο του 1974, σε μία συναυλία των Yes. Ο Reinstein είδε τον Millard να δένει μικρόφωνα σε ένα κιγκλίδωμα και η κοινή τους αγάπη για τη μουσική και την τεχνολογία τους έκανε αμέσως φίλους. Ζούσαν στην καλύτερη εποχή και στο καλύτερο μέρος.
Το Λος Άντζελες ήταν το επίκεντρο του rock σύμπαντος, με συγκροτήματα-γίγαντες όπως οι Genesis, οι Led Zeppelin και οι Pink Floyd να περνούν από την πόλη. Οι δυο τους ξόδευαν κάθε δολάριο σε εισιτήρια, αρνούμενοι να βιώσουν μία συναυλία μόνο μία φορά. Όπως το θέτει ο μουσικός αρχειοθέτης Erik Flannigan, «Ήθελαν να φέρουν τη συναυλία σπίτι τους. Ο Mike σκεφτόταν “Πώς μπορώ να το κάνω αυτό στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο;”».
Στην αρχή, η ηχογράφηση ήταν εύκολη υπόθεση. Σύντομα όμως, καθώς οι παράνομες εκδόσεις σε βινύλιο άρχισαν να πλημμυρίζουν τα δισκοπωλεία – μία πρακτική που ο Millard σιχαινόταν – η ασφάλεια των συναυλιακών χώρων άρχισε ένα ανελέητο κυνήγι των «πειρατών». Κανένα συγκρότημα δεν ήταν πιο εχθρικό από τους Led Zeppelin και τον διαβόητο μάνατζέρ τους, Peter Grant.
Τότε ήταν που ο Millard σκέφτηκε το αναπηρικό καροτσάκι του πατέρα του. Στις τουαλέτες, ο Reinstein τον «καλωδίωνε» από την κορυφή ως τα νύχια, με τα μικρόφωνα να προεξέχουν από το καπέλο του. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας, έλεγε στους γύρω του: «Αν μείνετε ήσυχοι, θα σας δώσω ένα αντίγραφο της ηχογράφησης».
Σχεδόν κανείς δεν αρνήθηκε ποτέ. Ο φόβος, όμως, ήταν πανταχού παρών. «Κοιτούσες στο πλάι και έβλεπες τον Peter Grant, αυτή τη γιγάντια, απειλητική φιγούρα», λέει ο Reinstein. «Ξέραμε ότι αν μας έπιαναν, θα μας έκαναν πολτό».
Μετά από μερικά χρόνια, η κομπίνα τους αποκαλύφθηκε. Η λύση ήταν απλή και κυνική: «Απλώς τους δωροδοκούσαμε», ομολογεί ο Reinstein. Οι φύλακες άνοιγαν μία πλαϊνή πόρτα και το παιχνίδι συνεχιζόταν. Μόλις η συναυλία τελείωνε, ο Millard έδινε διακριτικά την κασέτα στον Reinstein και οι δυο τους χάνονταν στο πλήθος προς διαφορετικές κατευθύνσεις.
Η ανταμοιβή τους ήταν παγωμένες μπίρες στο αυτοκίνητο, ακούγοντας στα ακουστικά το κατόρθωμά τους. Ο Millard δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για το κέρδος. Ήταν ένα χόμπι, μία εμμονή με την τελειότητα. Μάλιστα, όταν έδινε αντίγραφα, ενσωμάτωνε ένα ανεπαίσθητο ηχητικό σήμα για να εντοπίζει τυχόν διαρροές. Η τελειομανία του ήταν τέτοια που αν δεν έβρισκε τα ιδανικά εισιτήρια –συνήθως γύρω στην 5η σειρά– απλώς δεν ηχογραφούσε.
Η ζωή, όμως, προχώρησε. Το 1983 ο Millard πιάστηκε από την ασφάλεια και σταμάτησε για πέντε χρόνια. Ο Reinstein παντρεύτηκε, απομακρύνθηκε από τον «rocl and roll τρόπο ζωής» και η φιλία τους αραίωσε.
Ο Millard, που εργαζόταν στο οπτικοακουστικό τμήμα ενός κολεγίου, άρχισε να βυθίζεται στην κατάθλιψη. «Ήταν υπό μεγάλη πίεση», θυμάται ο φίλος του. «Μου είχε πει κάποτε ότι αν έχανε τη δουλειά του, θα προτιμούσε να αυτοκτονήσει παρά να ζήσει στον δρόμο». Το 1994, μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα, πήδηξε από ένα κτίριο.
Για χρόνια, το αρχείο του –εκατοντάδες κασέτες– σκονιζόταν στο σπίτι της μητέρας του. Τελικά, ένας κοινός φίλος τις απέκτησε και, με τη βοήθεια του Reinstein, άρχισαν να τις διανέμουν δωρεάν στο διαδίκτυο. Γρήγορα, οι ηχογραφήσεις του Mike «The Mic» Millard έγιναν θρύλος στην κοινότητα των συλλεκτών. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, μία κασέτα που ηχογραφήθηκε από έναν θαυμαστή με μικρόφωνα στο καπέλο του ήταν ανώτερη από οτιδήποτε υπήρχε στο επίσημο αρχείο των Pink Floyd από εκείνη την περίοδο.
Η αλήθεια είναι ότι τότε, η πολυκάναλη ηχογράφηση συναυλιών ήταν μία εξαιρετικά ακριβή και πολύπλοκη διαδικασία. Ακόμα και οι απλές ηχογραφήσεις από την κονσόλα ήταν συχνά μέτριες και σώζονταν από τους ηχολήπτες, όχι από τα ίδια τα συγκροτήματα. Μια καλή ηχογράφηση από το κοινό, όπως του Millard, συλλαμβάνει την ατμόσφαιρα, τον ήχο του χώρου, την ίδια την εμπειρία.
Αυτό ακριβώς ανακάλυψε και ο Steven Wilson των Porcupine Tree, ο οποίος ανέλαβε να κάνει τη μίξη της κασέτας για το box set. «Έχει ακόμα όλα τα χαρακτηριστικά ενός bootleg», λέει, «αλλά είναι εξαιρετικά υψηλής ποιότητας. Ήταν πολύ τυχερό που την έχουμε».
Η αναγνώριση του έργου του Millard είναι μία γλυκόπικρη δικαίωση για τον Jim Reinstein, ο οποίος εύχεται ο φίλος του να ήταν εδώ για να τη ζήσει. Η ιστορία του Mike Millard είναι η ιστορία ενός παράνομου που έγινε, μετά θάνατον, ήρωας. Ενός μοναχικού οραματιστή που, με ένα αναπηρικό καροτσάκι και μία εμμονή, κατάφερε να διασώσει ένα κομμάτι της μουσικής ιστορίας που διαφορετικά θα είχε χαθεί για πάντα.
Όπως καταλήγει με πόνο ο Reinstein: «Αν ο Mike ήξερε ότι θα μιλούσαμε γι’ αυτόν σήμερα, προφανώς, θα ήταν ακόμα ζωντανός».
