Στις τελευταίες ημέρες του 2025, η ομάδα του Neil Young Archives ανέβασε σιωπηλά την ηχογράφηση της συναυλίας της 25ης Φεβρουαρίου 1970 στο Music Hall του Σινσινάτι – την πρώτη φορά που αποτυπώθηκε σε ταινία μία εμφάνιση του Young με τους Crazy Horse.
Σαν «δώρο του Χειμερινού Ηλιοστασίου» προς την κοινότητα των θαυμαστών, η ομάδα του Neil Young Archives έκανε κάτι περισσότερο από μία ακόμα ανάρτηση: έδωσε πρόσβαση στην πρώτη ποτέ καταγεγραμμένη συναυλία του Neil Young με τους Crazy Horse.
Η ζωντανή εμφάνιση της 25ης Φεβρουαρίου 1970 στο Music Hall του Σινσινάτι, στο Οχάιο, είχε κυκλοφορήσει για χρόνια ως αγαπημένο πειρατικό bootleg, προερχόμενο από την κονσόλα ήχου, αλλά ποτέ δεν είχε ακουστεί τόσο καθαρό και ζωντανό.
Πρόκειται για ένα αξιοσημείωτο σετ 16 τραγουδιών. Σ’ αυτό πρωτοπαρουσιάζεται το «Don’t Let It Bring You Down», κολλημένο σε ένα απρόσμενο medley με το «The Old Laughing Lady». Καταγράφεται η πρώτη εκτέλεση του «Come On Baby Let’s Go Downtown» και η πρώτη γνωστή ζωντανή απόδοση του «It Might Have Been» του Joe London, κομμάτι που αργότερα ηχογράφησε για το «Oceanside/Countryside».
Το βάρος όμως του τεκμηρίου είναι μεγαλύτερο από τις πρεμιέρες: είναι η πρώτη φορά που μία εμφάνιση του Young με τους Crazy Horse ηχογραφείται. Το 1969, πριν ο Young γίνει ο τέταρτος κρίκος στους Crosby, Stills & Nash, το συγκρότημα γύριζε κλαμπ σε όλη τη Βόρεια Αμερική προωθώντας το «Everybody Knows This Is Nowhere».
Τότε, σχεδόν κάθε χώρος τον παρουσίαζε ως πρώην μέλος των Buffalo Springfield – στο Warehouse στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ, μάλιστα, τον διαφήμιζαν ως «Mell Young of the Buffalo Springfield». Ήταν βραδιές που, κατά τα φαινόμενα, έδεσαν αμετάκλητα τον Young με τους Crazy Horse, αλλά δεν σώζεται ούτε δευτερόλεπτο, ούτε καν ως θορυβώδες bootleg.
Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, η ζωή του Young αλλάζει οριστικά: οι Crosby, Stills & Nash γίνονται Crosby, Stills, Nash & Young και, αίφνης, τα sold out στα μεγάλα θέατρα – Greek Theatre στο Λος Άντζελες, Fillmore στη Νέα Υόρκη – αντικαθιστούν τα μισογεμάτα υπόγεια τύπου La Cave στο Κλίβελαντ, όπου ο κόσμος πήγαινε να δει «το νέο γκρουπ του τύπου από τους Buffalo Springfield».
Το 1970 οι CSNY συνεχίζουν αδιάκοπα να περιοδεύουν, όμως στις αρχές της χρονιάς ένα μικρό διάλειμμα επιτρέπει στον Young να ξαναβγεί στον δρόμο με τους Crazy Horse και να παίξει σε σαφώς μεγαλύτερες αίθουσες από το προηγούμενο πέρασμα. Η περιοδεία ξεκινά στο Σινσινάτι – κι αυτή τη φορά η ταινία γυρίζει απευθείας από την κονσόλα.
Με πόρους και μερικά χρήματα πια, ο Young δεν θα άφηνε ξανά μία περιοδεία να χαθεί στην αχλύ της μνήμης όπως συνέβη το 1969. (Εξαίρεση: η περιώνυμη, κραιπαλώδης βρετανική περιοδεία του 1973 για το «Tonight’s the Night» – εκεί, οι bootleggers έσωσαν την παρτίδα.)
Η συγκεκριμένη ζωντανή εμφάνιση αξίζει να ακουστεί ολόκληρη, αλλά το «Down by the River» είναι ιδιαίτερα αγριεμένο, σχεδόν άγριο, και ξεχειλώνει σε σχεδόν 20 λεπτά ηλεκτρισμένης έντασης. Το «Cinnamon Girl» είναι ένα ακόμη must, κυρίως επειρωδή ο αρχικός κιθαρίστας των Crazy Horse, Danny Whitten, βρίσκεται πολύ ψηλά στη μίξη – και στα φωνητικά και στην κιθάρα.
Ο Young έχει παίξει το κομμάτι με αμέτρητους κιθαρίστες μέσα στις δεκαετίες, αλλά κανείς δεν το κάνει σαν τον Whitten.
Στα απομνημόνευματά του «Waging Heavy Peace» (2012) είχε μάλιστα παραδεχτεί δημόσια το σφάλμα του να «θάψει» τη φωνή του Whitten στην αρχική στούντιο εκτέλεση του «Cinnamon Girl»: «Τραγουδούσε το ψηλό μέρος και αυτό περνούσε καταπέλτης», έγραψε. «Το άλλαξα ώστε να τραγουδάω εγώ το ψηλό μέρος και το έβγαλα έτσι. Ήταν τεράστιο λάθος. Τα σκάτωσα. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο Danny. Ήταν καλύτερος από εμένα. Δεν το είδα.»
Το σετ στο Σινσινάτι κλείνει με το «Cinnamon Girl», αλλά το κοινό αρνείται να αποχωρήσει και ουρλιάζει για encore. Τότε ακούγεται από τη σκηνή μία απροσδιόριστη φωνή να προσπαθεί να εκτονώσει την ένταση: «Το μόνο που μπορώ να σας πω… Φοβερά… Κοιτάξτε, περιμένετε ένα λεπτό, παρακαλώ.»
Και συνεχίζει: «Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι, αν κάνουμε κι άλλο, ρισκάρουμε να μην μπορέσουμε να το ξανακάνουμε αφού τα συμβόλαια είναι συμβόλαια. Το συμβόλαιο ήταν για τις 11 μ.μ. και ο τύπος έχει υπάρξει πολύ επιεικής που μας άφησε μέχρι τώρα. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι, όσο σίγουρα στέκομαι εδώ, αν συνεχίσουμε, τότε δεν θα μπορέσουμε να το ξανακάνουμε. Και όσο σίγουρα στέκομαι εδώ, θα το ξανακάνουμε.»
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ τοπικής εφημερίδας, η συναυλία διήρκεσε 90 λεπτά πέραν της ώρας που προέβλεπε το συμβόλαιο.
Παρά την προφανή ικανοποίηση του κοινού, οι κριτικές της εποχής ήταν ασυνήθιστα αρνητικές. Στην εφημερίδα των φοιτητών του Πανεπιστημίου του Κεντάκι, The Kentucky Kernel, η Beth Hedger, υπό τον τίτλο «Young Disappoints Fans» (Νεαροί Απογοητευμένοι Θαυμαστές), έγραφε: «Αρνούμενος να ικανοποιήσει πολλά από τα αιτήματα που ακούγονταν με κραυγές από το κοινό, ο Young άφησε την εγωκεντρική του προσωπικότητα να λάμψει κάνοντας το κοινό να περιμένει όσο εκείνος μπερδευόταν με λέξεις και χαλαρές συγχορδίες. Μετέφερε τη κακή συνήθεια και όταν βγήκαν οι Crazy Horse.
Εκτελώντας πραγματικά αξιόλογα τραγούδια όπως τα «Down by the River» και «Cinnamon Girl», αυτός και οι Crazy Horse ευχαρίστησαν επιτέλους το κοινό. Αφού άφησαν τη σκηνή, το κοινό ζητούσε κι άλλο. Τελικά η διεύθυνση μουρμούρισε κάτι για το συμβόλαιό τους και είπε ότι μπορεί να μη γυρίσουν ποτέ στο Σινσινάτι. Μετά την απαίσια συναυλία της Τετάρτης, ποιος τους θέλει;»
Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Μάρτιο, ο Neil Young και οι Crazy Horse θα ανέβαιναν στη σκηνή του Fillmore East μαζί με τους Steve Miller Blues Band και το Miles Davis Quintet. Η επίσημη κυκλοφορία εκείνων των εμφανίσεων ήρθε το 2006, αλλά ως ανθολόγηση από τέσσερα διαφορετικά βράδια: το ακουστικό μέρος κόπηκε εξ ολοκλήρου και για κάποιον λόγο αφαιρέθηκε και το «Cinnamon Girl».
Το άλμπουμ έμεινε έτσι με μόλις έξι τραγούδια – λιγότερα από τα μισά μίας πλήρους εμφάνισης. Για μία πολύ πληρέστερη εικόνα του πώς ακουγόταν μία ολοκληρωμένη συναυλία του Neil Young με τους Crazy Horse στην εποχή του Danny Whitten, η ταινία του Σινσινάτι είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται να ακούσει κανείς.
Κάποια στιγμή, της αξίζει μία επίσημη κυκλοφορία, πλάι σε πλήρεις ηχογραφήσεις από το Fillmore. Η κυκλοφορία της συγκεκριμένης ηχογράφησης δεν είναι απλώς ένα ακόμα «εύρημα» για συλλέκτες.
Είναι ένα πολύτιμο χρονικό, εκεί όπου ο Young, μόλις είχε περάσει από την ανωνυμία του «τύπου από τους Buffalo Springfield» στα φώτα της μεγάλης σκηνής με τους CSNY, επιστρέφει στους Crazy Horse κι αυτοσχεδιάζει με την αυτοπεποίθηση του καλλιτέχνη που καταλαβαίνει ότι έχει πια τα μέσα να διαφυλάξει τη δουλειά του.
Η ζωντανή αγριάδα του «Down by the River», ο σπαραγμός του «Cinnamon Girl» με τον Whitten μπροστά και η ίδια η χροιά της αίθουσας του Music Hall αποκαλύπτουν ένα συγκρότημα που γράφει επί τόπου την ιστορία του.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, η ζωντανή εμφάνιση του Σινσινάτι δεν λειτουργεί μόνο ως αρχειακή αποκατάσταση. Είναι μία υπενθύμιση του πόσο ρευστή, άτακτη και αυθόρμητη ήταν η δημιουργία του Neil Young με τους Crazy Horse εκείνη τη στιγμή – πριν οι μύθοι παγιωθούν, πριν οι ηχογραφήσεις «καθαριστούν».
Αν η επίσημη κυκλοφορία του «Fillmore East» του 2006 έδωσε ένα κομμάτι του παζλ, το «δώρο του Χειμερινού Ηλιοστασίου» από τα αρχεία του Young προσφέρει, επιτέλους, το κάδρο.
Κι αν ισχύει εκείνη η υπόσχεση από τη σκηνή – «όσο σίγουρα στέκομαι εδώ, θα το ξανακάνουμε» – τότε ίσως να ’χει έρθει η ώρα το «Cincinnati ’70» να καθίσει δίπλα στα μεγάλα επίσημα τεκμήρια της πιο άγριας περιόδου του.
