Ο Greg Brown των Cake όρισε την αισθητική του εναλλακτικού ήχου μέσα από τη δωρικότητα της κιθάρας του.
Ο Greg Brown, ο κιθαρίστας που υπήρξε ο θεμέλιος λίθος του εναλλακτικού rock συγκροτήματος Cake και ο δημιουργός της εμβληματικής επιτυχίας τους «The Distance», έφυγε από τη ζωή. Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε θλίψη στους κύκλους της μουσικής σκηνής, καθώς ο Brown δεν ήταν απλώς ένα μέλος της μπάντας, αλλά ο άνθρωπος που συνδιαμόρφωσε τον ιδιαίτερο, στεγνό και γεμάτο ειρωνεία ήχο που έκανε τους Cake να ξεχωρίσουν στη δεκαετία του ’90.
Η ανακοίνωση για την απώλεια του Greg Brown ήρθε απευθείας από το συγκρότημα μέσω των επίσημων καναλιών τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Τα μέλη των Cake εξέφρασαν τον βαθύ πόνο τους, σημειώνοντας: «Με βαριά καρδιά μοιραζόμαστε την είδηση του θανάτου του Greg Brown μετά από μια σύντομη ασθένεια. Ο Greg αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του πρώιμου ήχου και της εξέλιξης των Cake. Οι δημιουργικές του συνεισφορές ήταν τεράστιες και η παρουσία του —τόσο η μουσική όσο και η προσωπική— θα μας λείψει βαθιά. Καλή συνέχεια στο ταξίδι σου, Greg».
Παρά τη συγκίνηση που προκάλεσε η είδηση, λεπτομέρειες σχετικά με την ακριβή ηλικία του ή την ημερομηνία του θανάτου του δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα.
Η ιστορία του Brown με το συγκρότημα ξεκίνησε στο Σακραμέντο της Καλιφόρνια το 1991. Εκεί, μαζί με τον τραγουδιστή John McCrea και τον πολυοργανίστα Vince DiFiore, έθεσαν τις βάσεις για ένα σχήμα που θα αμφισβητούσε τις παραδοσιακές δομές της rock.
Ο Brown έφερε μαζί του μια αισθητική που απέφευγε τους περιττούς εντυπωσιασμούς, εστιάζοντας σε κοφτά, ρυθμικά riff που κλείδωναν τέλεια με την deadpan ερμηνεία του John McCrea. Αν και ο John McCrea ήταν ο κύριος στιχουργός και συνθέτης της μπάντας, ο Greg Brown είχε καθοριστική συμμετοχή στη δημιουργία των τραγουδιών στους δύο πρώτους δίσκους τους, το «Motorcade of Generosity» του 1994 και το «Fashion Nugget» του 1996.
Ήταν όμως το «The Distance», η τεράστια επιτυχία του 1996, που κατέστησε τον Brown σημείο αναφοράς. Σε αντίθεση με άλλα κομμάτια του συγκροτήματος, το συγκεκριμένο γράφτηκε εξ ολοκλήρου από τον ίδιο. Το τραγούδι, με το χαρακτηριστικό του μπάσο και την αίσθηση της αδιάκοπης κίνησης, έγινε ο ύμνος μιας ολόκληρης γενιάς.
Ο Brown, μιλώντας στο Billboard το 2021, είχε αναφερθεί με ειλικρίνεια και μια δόση μετριοφροσύνης στη δημιουργία του: «Ο John McCrea το αγάπησε αμέσως και εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς έβλεπε σε αυτό. Μου άρεσε ο τρόπος που ακουγόταν και όλα τα σχετικά, αλλά θεωρούσα ότι το “Frank Sinatra” από το «Fashion Nugget» ήταν μια πολύ ισχυρότερη επιλογή για single. Ωστόσο, η δισκογραφική εταιρεία το επέλεξε και τελικά λειτούργησε».
Η πορεία του Greg Brown με τους Cake, παρά την επιτυχία, δεν ήταν χωρίς προκλήσεις. Μετά την περιοδεία για την προώθηση του «Fashion Nugget», ο Brown πήρε τη δύσκολη απόφαση να αποχωρήσει από το συγκρότημα. Η κίνησή του αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα καλλιτεχνικής διαφωνίας, αλλά μια ανάγκη για προσωπική ισορροπία.
Ο ίδιος είχε εξηγήσει αργότερα: «Θα έλεγα απλώς ότι υπήρχε μεγάλη αναταραχή εκείνη την εποχή και ένιωσα ότι το να φύγω από τους Cake θα ήταν μια απόφαση που θα έκανε καλό στην υγεία μου».
Αυτή η αποχώρηση άνοιξε έναν νέο κύκλο δημιουργίας. Ο Brown ίδρυσε τους Deathray, ένα σχήμα στο οποίο συμμετείχε και ο Victor Damiani, επίσης πρώην μέλος των Cake στο μπάσο.
Παράλληλα, συνεργάστηκε με τον Rivers Cuomo των Weezer στο βραχύβιο project Homie. Η μοναδική κυκλοφορία αυτού του σχήματος ήταν το τραγούδι «American Girls», το οποίο συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της ταινίας «Meet the Deedles» το 1998, αφήνοντας το αποτύπωμα του Brown σε ακόμα μία γωνιά του αμερικανικού εναλλακτικού ήχου.
Μετά από δύο άλμπουμ με τους Deathray στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Brown επέστρεψε για μια σύντομη αλλά σημαντική στιγμή στην οικογένεια των Cake. Συμμετείχε ως κιθαρίστας στο κομμάτι «Bound Away», το οποίο συμπεριλήφθηκε στον δίσκο «Showroom of Compassion» του 2011. Η επιστροφή του αυτή, έστω και για ένα τραγούδι, επιβεβαίωσε τους βαθείς δεσμούς που τον συνέδεαν με την μπάντα, παρά την απόσταση που είχε μεσολαβήσει.
Η κληρονομιά που αφήνει πίσω του ο Greg Brown είναι εκείνη ενός καλλιτέχνη που γνώριζε πώς να υπηρετεί το τραγούδι χωρίς να επιβάλλεται με περιττές φλυαρίες. Ο ήχος του ήταν η ραχοκοκαλιά μιας μουσικής πρότασης που κατάφερε να συνδυάσει την ειρωνεία με την ουσία.
Οι θαυμαστές του θα τον θυμούνται πάντα μέσα από τις εμβληματικές γραμμές της κιθάρας του, που συνεχίζουν να αντηχούν με την ίδια φρεσκάδα που είχαν όταν πρωτοακούστηκαν στα μέσα των ’90s. Η απουσία του αφήνει τον κόσμο του εναλλακτικού rock λίγο πιο φτωχό, αλλά η μουσική του παραμένει παρούσα, διανύοντας τη δική της «απόσταση» μέσα στον χρόνο.
