Το νέο ντοκιμαντέρ «Billy Preston: That’s the Way God Planned It» επιστρέφει σε μία διαδρομή σπάνιου μουσικού εύρους, φωτίζοντας μαζί το εκτόπισμα, τις πληγές και την εσωτερική σύγκρουση ενός ανθρώπου που βρέθηκε δίπλα στους μεγαλύτερους, ενώ συχνά έμενε μόνος.
Υπάρχουν μουσικοί που αναγνωρίζονται αμέσως από το πρόσωπο, τη φωνή ή το όνομά τους. Υπάρχουν και εκείνοι που, ακόμη κι αν δεν κατέκτησαν ποτέ τον ίδιο δημόσιο μύθο, βρίσκονται παντού μέσα στον ήχο μιας εποχής. Ο Billy Preston ανήκει αποφασιστικά στη δεύτερη κατηγορία. Το νέο ντοκιμαντέρ «Billy Preston: That’s the Way God Planned It», που προβάλλεται ήδη σε αίθουσες της Βόρειας Αμερικής, επιστρέφει στη ζωή και την πορεία του με βλέμμα διπλό: ως καταγραφή ενός σπάνιου μουσικού ταλέντου και ως πορτρέτο ενός ανθρώπου που κουβαλούσε βάρος, τραύμα, πίστη και μία βαθιά αίσθηση απώλειας.
Αφορμή για την ταινία στάθηκε μία πρόταση βιβλίου του Daniel Shaw με τίτλο «Round in Circles». Από εκεί ξεδιπλώνεται η διαδρομή του Preston από τα πρώτα του βήματα ως παιδί-θαύμα της gospel, όταν ήδη στα πέντε του συνόδευε τη Mahalia Jackson, μέχρι τη μαθητεία του δίπλα σε μορφές όπως ο Ray Charles και ο Little Richard. Σε ηλικία 15 ετών, ενώ βρισκόταν σε περιοδεία με τον Little Richard, γνώρισε το νεανικό support act της βραδιάς: τους The Beatles. Από εκεί και πέρα, η ιστορία του μοιάζει σχεδόν απίστευτη ακόμη και για τα μέτρα της αμερικανικής μουσικής βιομηχανίας.
Ο Billy Preston έπαιξε και ηχογράφησε με τους The Beatles, κερδίζοντας το προσωνύμιο «Πέμπτος Beatle», αλλά και με τη Barbra Streisand, τον Sly Stone, την Aretha Franklin, τους The Rolling Stones, τον Eric Clapton, τον Johnny Cash και τον Neil Diamond, ανάμεσα σε πολλούς ακόμη. Παράλληλα, έχτισε και τη δική του προσωπική διαδρομή με τραγούδια όπως τα «Outa-Space», «Will It Go Round in Circles» και «Nothing From Nothing», με τα δύο τελευταία να φτάνουν στο Νο. 1 του Billboard Hot 100. Δεν πρόκειται για μία απλή παρουσία “δίπλα σε μεγάλους”. Ο Preston υπήρξε συστατικό στοιχείο του ήχου τους.
Σε μία από τις πιο εύστοχες στιγμές της συζήτησης γύρω από την ταινία, ο σκηνοθέτης Paris Barclay στέκεται σε μία φωτογραφία που εμφανίζεται στο ντοκιμαντέρ: ο Billy Preston κάθεται στο όργανο απέναντι από την Barbra Streisand σε στούντιο ηχογράφησης, παίζοντας στο «Where You Lead» της Carole King, στη διασκευή που εκείνη κυκλοφόρησε το 1971. Το μικρό ηχητικό απόσπασμα που συνοδεύει τη φωτογραφία αρκεί για να δείξει πόσο ιδιαίτερη ήταν η μουσική του αντίληψη.
«Μπορείς να ακούσεις πώς την σπρώχνει προς ένα πιο funk άκρο», λέει ο Barclay. Και συνεχίζει: «Όταν μιλάμε για τα θεμέλια της popular music, μιλάμε για τη μαύρη μουσική. Και ο Billy το δείχνει αυτό εκπληκτικά. Επειδή είχε ως βάση του την gospel και την παράδοση των blues, κατάφερε να το μεταφέρει και να το διασπείρει σε κάθε λογής pop και rock μουσικούς, φτάνοντας μέχρι και καλλιτέχνες της rap που έχουν χρησιμοποιήσει sample από τη δουλειά του».
Η παραγωγός Stephanie Allain συμπυκνώνει την ουσία με μία φράση που λέει πολλά: «Είναι πραγματικά μία απόδειξη της ιδιοφυΐας του Billy. Μπορούσε απλώς να γλιστρήσει μέσα σε οποιοδήποτε είδος και, όπως λέει ο Eric Clapton, να είναι η κόλλα που τα ένωνε όλα». Αυτή είναι ίσως και η πιο ακριβής περιγραφή του Preston: ενός μουσικού με απόλυτη αίσθηση δομής, ρυθμού και συναισθηματικού βάρους, που μπορούσε να μπει σε ένα τραγούδι και να του αλλάξει την εσωτερική θερμοκρασία.
Το ντοκιμαντέρ, όμως, δεν αρκείται σε μία παρέλαση θριάμβων και θρυλικών συνεργασιών. Από νωρίς ξεκαθαρίζει πως η ιστορία του Billy Preston έχει και μία άλλη όψη. Δίπλα στις καλλιτεχνικές κορυφές, υπήρξαν ο εθισμός, οι επανειλημμένες εμπλοκές με τον νόμο, τα μυστικά γύρω από τη σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί νωρίς στη ζωή του και η δύσκολη σχέση του με τη σεξουαλικότητά του. Όλα αυτά συνδέθηκαν και με μία βαθιά σύγκρουση με την πίστη του, μία σύγκρουση που, σύμφωνα με την ταινία, κατάφερε να διαχειριστεί πριν από τον θάνατό του το 2006.
Μία από τις πρώτες φράσεις που ακούγονται στο φιλμ είναι η ερώτηση: «Πώς αφήσαμε αυτό το αγόρι να μας ξεφύγει;». Ο Barclay εξηγεί ότι όταν το είπε η Gloria Jones, μέλος μαζί με τον Preston του gospel σχήματος The Cogics τη δεκαετία του ’60, λειτούργησε σαν κεραυνός.
«Συνόψισε πολλά από αυτά που νιώθουν οι άνθρωποι που αγάπησαν πραγματικά τον Billy. Μπορείς να δεις αυτή την αγάπη στην ταινία, αλλά και τη λύπη τους που με κάποιον τρόπο δεν κατάφεραν να τον βοηθήσουν όταν το είχε πραγματικά ανάγκη. Έτσι, αυτό έγινε ένα σημείο αναφοράς για την ταινία. Ελπίζουμε ο κόσμος να δει αυτή την ταινία και να σκεφτεί πώς μπορεί να βοηθήσει τους ανθρώπους που αγαπά».
Εκεί βρίσκεται και ο βαθύτερος πυρήνας του ντοκιμαντέρ. Η ιστορία του Preston λειτουργεί και ως προειδοποιητική αφήγηση για τον επόμενο Billy Preston, για κάθε άνθρωπο που διαθέτει χάρισμα, βρίσκεται στο φως, κι όμως δεν βρίσκει τόπο να σταθεί. Ο Barclay το λέει καθαρά: κάποιος μπορεί να αγαπά τον Θεό και ταυτόχρονα να μη βρίσκει θέση μέσα στην εκκλησία. Μπορεί να στέκεται δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής του και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες φίλων του, να νιώθει χαμένος και βαθιά μόνος.
Στο τέλος της ταινίας ακούγεται άλλη μία φράση που μένει: «Μπορείς να φανταστείς πώς θα ήταν αν η εκκλησία ήταν πραγματικά αυτό που λέει ότι είναι;».
Ο Barclay σημειώνει πως το γεγονός ότι αυτή η κουβέντα έρχεται από τη Sandra Crouch, ως πάστορα, της δίνει ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Η μαύρη εκκλησία υπήρξε καθοριστικός χώρος για την εξέλιξη της αμερικανικής μουσικής, αλλά και για τον ψυχισμό πολλών ανθρώπων που ήθελαν να τιμήσουν τον Θεό μέσα από τη μουσική και τη ζωή τους. Όταν εκεί εμφανίζεται η σύγκρουση, το κόστος είναι τεράστιο. «Κι αν η εκκλησία ήταν ανοιχτή και ανεκτική και έκανε όσα μας λέει ο Ιησούς ότι πρέπει να κάνουμε; Αυτό θα ήταν κάτι στο οποίο όλοι θα θέλαμε να στραφούμε», λέει.
Η Allain προσθέτει μία ακόμη αιχμηρή παρατήρηση, αναφερόμενη σε σχόλιο του Billy Porter μέσα στην ταινία: «Όταν ο Billy Porter λέει ότι όλοι ξέρουν πως υπάρχουν queens στην εκκλησία, αυτό είναι κάτι για το οποίο επίσης δεν μιλάμε. Μου αρέσει που το αγγίζουμε στην ταινία, γιατί, όπως έλεγε και ο Paris, υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι που επηρεάζονται από αυτού του είδους την υποκρισία».
Η ισορροπία ανάμεσα στην ένδοξη καριέρα, την πίστη και την πολιτική του φύλου ήταν, όπως παραδέχονται οι συντελεστές, ένα από τα πιο δύσκολα στοιχήματα της αφήγησης.
Η Allain εξηγεί: «Δεν θέλαμε να κάνουμε μία αγιογραφία και να μιλήσουμε μόνο για όλα τα σπουδαία πράγματα χωρίς να τον καταλάβουμε πραγματικά. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε ήταν να κοιτάξουμε λίγο πίσω από το χαμόγελό του και να δούμε τι άλλο συνέβαινε εκεί. Νομίζω ότι η μουσική του λάμπει ακόμη περισσότερο εξαιτίας αυτού. Ήταν σίγουρα μία δύσκολη ισορροπία».
Ο Barclay δίνει το κλειδί της προσέγγισης: «Το προσεγγίσαμε μέσα από τα μάτια της αγάπης. Όταν αγαπάς κάποιον, βλέπεις τα πάντα: τα ελαττώματα, τις αποτυχίες και αυτό που τον κάνει αγαπητό».
Έχει ενδιαφέρον και ο τρόπος με τον οποίο οι δύο τους μιλούν για τα προσωπικά τους αγαπημένα τραγούδια του Preston. Ο Barclay ξεχωρίζει το «Morning Star», ένα σχετικά άγνωστο κομμάτι που ακούγεται στην ταινία μετά τον θάνατο της μητέρας του Billy. Το χαρακτηρίζει ποιητικό, με πιο έντονες τις κλασικές επιρροές του στο πιάνο, και το βλέπει ως ερωτική επιστολή προς τη μητέρα του. Η Allain διαλέγει το «I Wrote a Simple Song», λέγοντας πως κάθε φορά που το ακούει μπαίνει αμέσως στον ρυθμό, ενώ αναφέρει ακόμη τα «You Are So Beautiful» και «That’s the Way God Planned It».
Όσο για τον τίτλο του ντοκιμαντέρ, προήλθε από το τραγούδι που είχε την παραγωγή του George Harrison. Η Allain λέει πως υπήρξαν πολλές διαφορετικές σκέψεις, όμως πάντα επέστρεφαν σε αυτόν τον τίτλο, επειδή για μία τόσο αινιγματική προσωπικότητα ήταν κατά κάποιον τρόπο η δική του δήλωση.
Ο Barclay πηγαίνει τη σκέψη ένα βήμα παραπέρα: «Αφήνει και το κοινό με το ερώτημα: έτσι το σχεδίασε ο Θεός; Ο Billy λέει στην ταινία ότι όλα όσα έκανε και όλα όσα του συνέβησαν ήταν αυτά που είχε σχεδιάσει ο Θεός. Και όταν φτάνεις στις δυσκολίες που πέρασε, στον εθισμό, αναρωτιέσαι αν κι αυτό ήταν μέσα στο σχέδιο του Θεού. Ή αν συνέβαινε κάτι άλλο εδώ».
Υπάρχει και μία σχεδόν μεταφυσική λεπτομέρεια στην παραγωγή της ταινίας. Πολλοί από όσους έδωσαν συνεντεύξεις είπαν ότι είδαν τον Billy στα όνειρά τους. Η Gloria Jones αφηγήθηκε ότι ο Billy ήρθε σε εκείνη μέσα σε μία ολόχρυση Mercedes. Όταν η Allain τη ρώτησε αν θα ενέκρινε την ταινία, εκείνη απάντησε χωρίς δισταγμό: «Απολύτως».
Ο Manny Kellough, ο ντράμερ του Preston, ανέφερε επίσης ότι πριν από τη συνέντευξή του είδε στον ύπνο του τον Billy να εμφανίζεται, να του γνέφει και ύστερα να χάνεται. Αυτή η λεπτομέρεια είχε μάλιστα μπει για λίγο στο μοντάζ, πριν αφαιρεθεί για τις ανάγκες της αφήγησης. Το αίσθημα, πάντως, που έμεινε στους συντελεστές ήταν σαφές: ένιωσαν ότι αυτή η ταινία τους άγγιξε και τους ευλόγησε.
Ο Billy Preston υπήρξε ένας από εκείνους τους μουσικούς που εξηγούν καλύτερα την ιστορία της σύγχρονης αμερικανικής μουσικής από ό,τι ολόκληρες εγκυκλοπαίδειες. Gospel, blues, soul, rock, funk, pop, ακόμη και η μεταγενέστερη γλώσσα της rap που δανείστηκε sample από το έργο του, περνούν από πάνω του σαν ρεύματα που εκείνος ήξερε να συνδέει οργανικά. Όμως αυτό που κάνει το «Billy Preston: That’s the Way God Planned It» να ξεχωρίζει είναι ότι δεν μένει στο μουσικό μεγαλείο. Κοιτάζει και το τίμημα.
Στον επίλογο αυτής της ιστορίας, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πώς ένας τόσο χαρισματικός άνθρωπος επηρέασε τόσους πολλούς. Είναι και πώς ένας άνθρωπος που έδωσε τόση ψυχή στη μουσική έμεινε σε τόσο πολλές στιγμές αβοήθητος. Κι αυτό είναι το σημείο όπου η ταινία παύει να αφορά μόνο τον Billy Preston. Αφορά τον τρόπο που κοιτάμε το ταλέντο, τη μοναξιά, την πίστη, την ντροπή και την ευθύνη που έχουμε ο ένας απέναντι στον άλλον.
