Η Ρωσία εντάσσει ξανά τη Nadya Tolokonnikova των Pussy Riot στη λίστα των καταζητούμενων, ενώ η ίδια συνεχίζει να προκαλεί το καθεστώς από το Μανχάταν μέχρι τη Βενετία.
Η Nadya Tolokonnikova δεν είναι άγνωστη στις ρωσικές δικαστικές αίθουσες ούτε στις λίστες των καταζητούμενων. Για τη συνιδρύτρια των Pussy Riot, η σύγκρουση με το ρωσικό κράτος είναι μία σταθερά που διαρκεί πάνω από μία δεκαετία. Αυτή την εβδομάδα, η Ρωσική Ερευνητική Επιτροπή προχώρησε σε νέα απαγγελία κατηγοριών εναντίον της, εντάσσοντάς την ξανά στην ομοσπονδιακή λίστα καταζητούμενων.
Η κατηγορία αφορά την παραβίαση του διαβόητου νόμου περί «ξένων πρακτόρων». Συγκεκριμένα, η Tolokonnikova κατηγορείται για παραβίαση του Άρθρου 330.1 του εθνικού ποινικού κώδικα. Πρόκειται για μία διάταξη που προβλέπει ποινές φυλάκισης έως και δύο ετών για όσους έχουν χαρακτηριστεί ως «ξένοι πράκτορες» και δεν συμμορφώνονται με τους αυστηρούς κανόνες εγγραφής ή σήμανσης των αναρτήσεών τους στα κοινωνικά δίκτυα.
Το δικαστήριο του Κρασνογιάρσκ Κράι την είχε κρίνει ήδη δύο φορές ένοχη μέσα στο 2024 για διοικητικές παραβάσεις. Τώρα, οι αρχές ισχυρίζονται ότι η ίδια, ενώ βρίσκεται εκτός Ρωσίας, συνέχισε να διανέμει περιεχόμενο σε πλατφόρμες επικοινωνίας χωρίς να αναφέρει ρητά ότι το υλικό παράγεται από «ξένο πράκτορα».
Η Nadya Tolokonnikova φέρει αυτόν τον τίτλο από τις 30 Δεκεμβρίου 2021, όταν το ρωσικό Υπουργείο Δικαιοσύνης την ενέταξε επίσημα στη σχετική λίστα.
Η νέα αυτή δικαστική επίθεση έρχεται αμέσως μετά από μία δυναμική παρέμβαση των Pussy Riot στη Νέα Υόρκη. Την Παρασκευή 27 Μαρτίου, η φεμινιστική πανκ κολεκτίβα πραγματοποίησε διαμαρτυρία έξω από τα γραφεία της εταιρείας τεχνολογίας Ubiquiti στο Μανχάταν. Το συγκρότημα υποστηρίζει ότι ο εξοπλισμός Wi-Fi της συγκεκριμένης εταιρείας χρησιμοποιείται από τον ρωσικό στρατό στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
Σε βίντεο που δημοσίευσε η Tolokonnikova, εξηγεί ότι ο ρωσικός στρατός φέρεται να χρησιμοποιεί την τεχνολογία της Ubiquiti για την επικοινωνία των στρατευμάτων στην πρώτη γραμμή. Στο κλιπ εμφανίζονται τρία μέλη των Pussy Riot, ντυμένα στα μαύρα και φορώντας τις χαρακτηριστικές ροζ κουκούλες τους, κρατώντας μία πινακίδα που γράφει ότι η εταιρεία «τροφοδοτεί τα ρωσικά εγκλήματα πολέμου».
Η Nadya σχολίασε με καυστικό τρόπο τις δυσκολίες επικοινωνίας του ρωσικού στρατού, κάνοντας αναφορά στην απόφαση του Elon Musk να περιορίσει την πρόσβαση των ρωσικών δυνάμεων στην υπηρεσία Starlink. «Όταν το Starlink απενεργοποιήθηκε, οι Ρώσοι τρελάθηκαν» ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ειρωνικά ότι οι στρατιώτες έψαχναν απεγνωσμένα εναλλακτικές λύσεις, σκεπτόμενοι ακόμα και τη χρήση περιστεριών για τη μεταφορά μηνυμάτων.
Η αντίδραση στο εγχείρημα της διαμαρτυρίας ήταν άμεση, αλλά όχι από την πλευρά της κυβέρνησης. Λίγες ώρες μετά την κινητοποίηση, οι Pussy Riot ενημερώθηκαν ότι ο λογαριασμός τους στην πλατφόρμα πληρωμών Square απενεργοποιήθηκε. Η Square είναι συνεργάτης της Ubiquiti, και το συγκρότημα θεωρεί ότι αυτή η κίνηση ήταν μία άμεση απάντηση στη διαμαρτυρία τους.
Η ιστορία των Pussy Riot είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές έντασης. Η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε το 2012 με το «Πανκ Προσευχή» μέσα στον Καθεδρικό Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, μία πράξη που οδήγησε στη φυλάκιση της Tolokonnikova και της Maria Alyokhina. Από τότε, η ομάδα δεν σταμάτησε να προκαλεί το καθεστώς, με παρεμβάσεις στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Σότσι το 2014 και την εισβολή στον αγωνιστικό χώρο κατά τη διάρκεια του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2018.
Το 2020, με αφορμή τα 68α γενέθλια του Βλαντίμιρ Πούτιν, ύψωσαν σημαίες του ουράνιου τόξου έξω από κυβερνητικά κτίρια στη Μόσχα, διαμαρτυρόμενες για την καταπάτηση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Το 2023, η κολεκτίβα τιμήθηκε με το βραβείο Woody Guthrie για τον συνεχή αγώνα της υπέρ της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.
Αυτή την περίοδο, η Nadya Tolokonnikova έχει στρέψει την προσοχή της σε ένα άλλο σημαντικό μέτωπο: την επιστροφή της Ρωσίας στη Μπιενάλε της Βενετίας.
Η Μπιενάλε είναι ένας από τους παλαιότερους και πιο αναγνωρισμένους πολιτιστικούς θεσμούς στην Ευρώπη, και η συμμετοχή της Ρωσίας έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Η Nadya δημιούργησε μία ψηφιακή αίτηση, την οποία έχουν υπογράψει χιλιάδες καλλιτέχνες, ζητώντας τον αποκλεισμό της χώρας.
Σε ανοιχτή επιστολή προς τον πρόεδρο της Μπιενάλε, Pietroangelo Buttafuoco, η Tolokonnikova γράφει: «Το να φιλοξενείτε την επίσημη κρατική εκπροσώπηση ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζετε τη «διαφωνία», εγκυμονεί τον κίνδυνο να μετατρέψετε τη δεύτερη σε μία παραστατική χειρονομία και σε μία επίδειξη ηθικής ανωτερότητας, αντί για μία ουσιαστική θέση».
Η ίδια υπογράμμισε τον παραλογισμό της κατάστασης, επισημαίνοντας ότι ενώ η Μπιενάλε ισχυρίζεται ότι ενδιαφέρεται για τη λογοκρισία, οι Pussy Riot είναι τόσο λογοκριμένες στη Ρωσία που θεωρούνται «εξτρεμιστική οργάνωση». Όπως ανέφερε, ακόμα και η απλή επίσκεψη στον ιστότοπό τους ή το like σε εικόνες της τέχνης τους αποτελεί ποινικό αδίκημα στη χώρα τους.
Οι πιέσεις προς τους διοργανωτές της Μπιενάλε δεν προέρχονται μόνο από καλλιτέχνες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προειδοποιήσει ότι θα αναστείλει τη στήριξη ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ εάν το φεστιβάλ προχωρήσει με τη συμμετοχή της Ρωσίας. Η Ρωσία είχε αποσυρθεί από τη διοργάνωση το 2022, λίγο πριν την εισβολή στην Ουκρανία, αλλά τώρα επιδιώκει την επιστροφή της.
Παρά τη νέα απαγγελία κατηγοριών και την ένταξή της στη λίστα των καταζητούμενων, η Nadya Tolokonnikova δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει. Εκπρόσωπος του συγκροτήματος δήλωσε ότι οι νομικές κινήσεις του Κρεμλίνου δεν πρόκειται να την εμποδίσουν από το να συνεχίσει τη διαμαρτυρία της ενάντια στην παρουσία της Ρωσίας στη Βενετία.
Η Nadya Tolokonnikova παραμένει μία φωνή που αρνείται να σωπάσει, χρησιμοποιώντας την τέχνη και τον ακτιβισμό ως εργαλεία αποδόμησης της αυταρχικής εξουσίας. Η νέα δίωξη εναντίον της λειτουργεί περισσότερο ως επιβεβαίωση της επιρροής της παρά ως μέσο εκφοβισμού. Σε έναν κόσμο όπου η γεωπολιτική σκακιέρα αλλάζει διαρκώς, η ίδια επιλέγει να παραμένει στην πλευρά της αντίστασης, πληρώνοντας το τίμημα της ελευθερίας της με την εξορία και τη διαρκή καταδίωξη.
Για την Tolokonnikova, το να είναι «καταζητούμενη» από το τρέχον ρωσικό καθεστώς είναι σχεδόν ένας τίτλος τιμής. Είναι η απόδειξη ότι η δράση της συνεχίζει να ενοχλεί εκείνους που φοβούνται την αλήθεια και την ελεύθερη έκφραση. Ο αγώνας της, είτε διεξάγεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης είτε μέσα από τις σελίδες των διεθνών πολιτιστικών οργανισμών, παραμένει μία υπενθύμιση ότι η punk αισθητική δεν είναι μόνο μουσική, αλλά μία στάση ζωής απέναντι στην αδικία.
Οι Pussy Riot συνεχίζουν να γράφουν τη δική τους ιστορία, μία ιστορία που αρνείται να μπει σε καλούπια και να υποταχθεί σε νόμους που σκοπό έχουν να φιμώσουν τη διαφωνία.
