Η εμβληματική Arlene Smith των The Chantels της έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών, αφήνοντας πίσω της μία ανεκτίμητη κληρονομιά που σφράγισε τη χρυσή εποχή της soul και της R&B.
Η Arlene Smith, συνιδρύτρια και τραγουδίστρια του πρωτοποριακού γυναικείου συγκροτήματος The Chantels της δεκαετίας του 1950, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών. Την είδηση του θανάτου της, ο οποίος επήλθε από καρδιακή προσβολή σε νοσοκομείο της Νέας Υόρκης την Τετάρτη, 29 Ιουλίου, επιβεβαίωσε στο Associated Press ο μάνατζερ και φίλος της, Paul Errante.
Οι The Chantels δημιουργήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 από μία παρέα συμμαθητριών από το σχολείο St. Anthony of Padua στο Μπρονξ. Υπήρξαν ένα από τα πρώτα γυναικεία συγκροτήματα Αφροαμερικανίδων που κατάφεραν να γνωρίσουν εθνική επιτυχία στα charts.
Με έναν συνδυασμό από άψογες αρμονίες και συναισθηματικά φορτισμένες μπαλάντες για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, όπως το «The Plea» και το «He’s Gone», το συγκρότημα ξεχώρισε αμέσως. Η μουσική τους πρόταση, που πάντρευε στοιχεία της doo wop, της soul και της R&B, τις έκανε να διακριθούν σε μία εποχή που οι μαύρες γυναίκες καλλιτέχνιδες αποτελούσαν σπάνιο φαινόμενο στα charts.
Γεννημένη στις 5 Οκτωβρίου του 1941, η Smith ήταν μία ερμηνεύτρια με κλασική παιδεία. Η μεγάλη της ευκαιρία ήρθε στην ηλικία των 12 ετών, όταν πέρασε από οντισιόν μαζί με τις παιδικές της φίλες και μετέπειτα μέλη του συγκροτήματος, Sonia Gorin, Lois Harris, Jackie Landry και Renée Minus.
Η οντισιόν πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του παραγωγού Richard Barrett, μέλους του συγκροτήματος The Valentines. Εκείνη την περίοδο, τα μέλη των The Chantels βρίσκονταν στην εφηβεία, με τις ηλικίες τους να κυμαίνονται από 14 έως 17 ετών.
Σύμφωνα με το Vocal Group Hall of Fame, οι νεαρές κοπέλες τραγουδούσαν ήδη μαζί για επτά χρόνια πριν τις ανακαλύψει ο Barrett. Μία από τις βασικές τους φωνητικές ασκήσεις, η ψαλμωδία γρηγοριανών μελωδιών, τις βοήθησε να αλλάζουν νότες με απόλυτη φυσικότητα και να εναλλάσσουν τις φωνητικές τους γραμμές με μοναδική ευκολία.
Το κλασικό εκκλησιαστικό της υπόβαθρο στη gospel και η απλή αλλά συναισθηματικά φορτισμένη στιχουργική της οδήγησαν γρήγορα το συγκρότημα στο προσκήνιο. Η Smith έγραψε το τραγούδι που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν τους σε ηλικία μόλις 16 ετών, έχοντας στο μυαλό της έναν συγκεκριμένο σύντροφο κατά τη διάρκεια των καθημερινών της ασκήσεων στο πιάνο.
Το 1957, το συγκρότημα εξασφάλισε συμβόλαιο με την End Records, τη δισκογραφική εταιρεία που αργότερα θα φιλοξενούσε ονόματα όπως οι Little Anthony and the Imperials και οι The Miracles. Το ντεμπούτο single τους, το «He’s Gone», το οποίο συνέγραψε η Smith με τον Barrett, συνδύαζε την αισθητική των barbershop κουαρτέτων με τη soul και έφτασε στο No. 71 στο Billboard Top 100, τον πρόδρομο του διάσημου Billboard Hot 100.
Αυτή η πρώτη επιτυχία προετοίμασε το έδαφος για τη μεγάλη τους καθιέρωση με το γραμμένο από τον Barrett «Maybe». Πρόκειται για μία μπαλάντα θρήνου για τον χαμένο έρωτα ενός συντρόφου που έχει «φύγει, φύγει, φύγει», η οποία έφτασε μέχρι το No. 2 στο Most Played R&B by Jockeys Chart και θεωρείται πλέον ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια γυναικείου συγκροτήματος όλων των εποχών.
«Το δικό μου σκεπτικό ήταν ότι οι άντρες δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να το κάνουν αυτό», δήλωσε η Smith στους συγγραφείς της προφορικής ιστορίας του 2023 «But Will You Love Me Tomorrow?».
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε σε ένα αυτοσχέδιο στούντιο μέσα σε μία εκκλησία. Η ερμηνεία της Smith ακούγεται γεμάτη πάθος αλλά και εξαντλημένη από τον ερωτικό πόνο, καθώς ο Barrett τις ανάγκασε να ηχογραφήσουν το τραγούδι πάνω από 50 φορές μέχρι να φτάσουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η εξαντλητική αυτή προσπάθεια απέδωσε καρπούς, καθώς το single ξεπέρασε το ένα εκατομμύριο πωλήσεις. Το τραγούδι διασκευάστηκε αργότερα από τη Janis Joplin, τις The Three Degrees, αλλά και από τους Red Hot Chili Peppers στη βιντεοσκοπημένη τους εμφάνιση «Live at Slane Castle» το 2003.
Παράλληλα, το 2023, το περιοδικό Rolling Stone τοποθέτησε το «Maybe» στο No. 199 στη λίστα με τα 500 σπουδαιότερα τραγούδια όλων των εποχών.
Μετά την κυκλοφορία δύο ακόμη singles από το πρώτο άλμπουμ τους «We Are the Chantels» το 1958, η πορεία τους διακόπηκε απότομα. Πρόκειται για το «Every Night (I Pray)» που έφτασε στο No. 40 στο Billboard Hot 100 και το απελπισμένο «I Love You So» που έφτασε στο No. 42 στο ίδιο chart.
Τον Απρίλιο του 1959, η End Records χρεοκόπησε και διέκοψε τη συνεργασία της με το συγκρότημα. Αν και οι The Chantels συνέχισαν την πορεία τους με διάφορες αλλαγές στη σύνθεσή τους, η Smith αποφάσισε να αποχωρήσει για να κυνηγήσει μία σόλο καριέρα.
Στη συνέχεια, η καλλιτέχνιδα σπούδασε στο φημισμένο Juilliard School της Νέας Υόρκης. Το 1961 συνεργάστηκε για ένα σύντομο διάστημα με τον παραγωγό Phil Spector, ηχογραφώντας μαζί του το single «Love, Love, Love».
Τη δεκαετία του 1970, η Smith ανασύστησε το συγκρότημα ως Chantels, έχοντας στο πλευρό της τις νέες τραγουδίστριες Barbara Murray και Pauline Moore. Αργότερα, αποφάσισε να απομακρυνθεί οριστικά από τη μουσική βιομηχανία.
Η Smith απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην εκπαίδευση και εργάστηκε ως δασκάλα μουσικής σε δημοτικό σχολείο του Μπρονξ, μέχρι τη συνταξιοδότησή της τη δεκαετία του 2000.
Οι The Chantels εντάχθηκαν στο Vocal Group Hall of Fame το 2002. Επίσης, βρέθηκαν στην τελική ψηφοφορία για την είσοδό τους στο Rock and Roll Hall of Fame το 2001 και το 2009, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να πραγματοποιήσουν την τελική είσοδο.
Η Arlene Smith στάθηκε με θάρρος απέναντι σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο, διεκδικώντας τη δική της καλλιτεχνική ταυτότητα. Η απώλειά της κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της αμερικανικής μουσικής ιστορίας, όμως η γεμάτη συναίσθημα ερμηνεία της στο «Maybe» θα συνεχίσει να αντηχεί ως η απόλυτη ωδή στη νεανική μελαγχολία.
